Αρχείο για την κατηγορία ‘ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ’

Η μοναδικότητα του Απολιθωμένου Δάσους της Λέσβου.

14 Οκτωβρίου 2009


Ευρωπαϊκή διάκριση στη Λέσβο και το Απολιθωμένο Δάσος

Απολιθωμένο Δάσος2
Σε μια λαμπρή τελετή που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο εντυπωσιακό και πρόσφατα ανακαινισμένο Palais de Congres – Square στις Βρυξέλλες απονεμήθηκαν τα βραβεία EDEN – Ευρωπαϊκοί προορισμοί Αριστείας, στο πλαίσιο του εορτασμού της Ευρωπαϊκής Ημέρας Τουρισμού. Ανάμεσα σε 22 ευρωπαϊκούς προορισμούς, από την Ελλάδα ήταν η Λέσβος που απέσπασε το πρώτο βραβείο “Ευρωπαϊκοί Προορισμοί Αριστείας – EDEN” έτους 2009 για την “Προστατευόμενη Περιοχή Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου”. Το βραβείο παρέλαβαν εκ μέρους της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λέσβου η αντινομάρχης Λέσβου κ. Μ. Τζουβελεκάκη και ο διευθυντής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου αναπληρωτής καθηγητής Ν. Ζούρος. Ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Τουρισμού – DG ENTR κ. Φ. Ιανιέλο, παραδίδοντας το βραβείο, αναφέρθηκε στη μοναδικότητα του Απολιθωμένου Δάσους, στοιχείο που συνέβαλε αποφασιστικά στην επιλογή. [ΑΠΕ]

Μοναδικό Μνημείο της Φύσης

Στη δυτική Λέσβο, εκεί που η λάβα και η ηφαιστειακή στάχτη συναντούν το βαθύ γαλάζιο του Αιγαίου, ο χρόνος και το κύμα φέρνουν σιγά-σιγά στο φως απολιθωμένα τμήματα δέντρων που έζησαν στο μακρινό παρελθόν. Μεγάλα και μικρά πολύχρωμα, σε αφάνταστο αριθμό και ποικιλία, όρθια ή ξαπλωμένα στη γη, με τις ρίζες και τα κλαδιά τους να διαπλέκονται αινιγματικά. Μένουν εκεί αμέτρητα χρόνια μάρτυρες της ανεπανάληπτης δημιουργίας της Φύσης. Τα απολιθωμένα δένδρα συγκροτούν ένα σύνολο μοναδικό, το «Απολιθωμένο Δάσος της Λέσβου».

Τα χρώματα τους λαμπερά, απίστευτα ζωντανά, ξεχωρίζουν από τα σταχτιά και τα γκρίζα των ηφαιστειακών πετρωμάτων που τα περιβάλλουν. Αμέτρητες οι αποχρώσεις του κόκκινου, του κίτρινου και του καστανού, του πράσινου αλλά και του μαύρου. Ανταύγειες από κροκί, άλικο, μενεξεδί μέχρι το βαθύ μπλε, σε ασυνήθιστους συνδυασμούς, θαμπώνουν το μάτι του επισκέπτη. Αναρωτιέται κανείς πώς αλήθεια χώρεσαν όλα μαζί στην παλέτα της Φύσης;

Απολιθωμένο Δάσος
Η περιοχή του Απολιθωμένου Δάσους μπορεί να παρομοιασθεί με το βιβλίο της γεωϊστορικής εξέλιξης του Αιγαίου μέσα στο οποίο καταγράφεται με μοναδικό τρόπο όλη η γεωλογική ιστορία της λεκάνης του Αιγαίου τα τελευταία 20 εκατομμύρια χρόνια και δίνονται πληροφορίες όχι μόνο για την πανίδα και την χλωρίδα, αλλά και για τις οικολογικές συνθήκες που επικρατούσαν, το κλίμα καθώς και τις μεγάλες τεκτονικές κινήσεις που διαμόρφωσαν τη σημερινή δομή της περιοχής.

Απολιθωμένα δένδρα συναντώνται σε πολλές θέσεις και σε μεγάλο αριθμό στη Λέσβο. Τα περισσότερα απ’ αυτά βρίσκονται στο τρίγωνο που καθορίζεται από τις περιοχές Όρδυμνος, Νησιώπη, Σκάλα Ερεσσού, Σίγρι. Αξιόλογες συγκεντρώσεις απολιθωμάτων συναντούμε και στις περιοχές Μεσοτόπου, Χιδήρων, Γαβαθά, Πολιχνίτου, Μολύβου και Άγρας.

Δημιουργία Απολιθωμένου δάσους

Το απολιθωμένο δάσος δημιουργήθηκε πριν 20 εκατομμύρια χρόνια και αποτελεί ένα από τα ωραιότερα μνημεία της γεωλογικής μας κληρονομιάς. Η δημιουργία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γεωλογική ιστορία και εξέλιξη της περιοχής του Αιγαίου. Το Αιγαίο αποτελεί και σήμερα μια από τις πλέον ενεργείς περιοχές του πλανήτη μας. Οι γεωλογικές διεργασίες που συμβαίνουν στο λαμβάνουν χώρα στο μέρος αυτό εκδηλώνονται πολύ συχνά με έντονη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα.

Η  ηφαιστειακή δραστηριότητα που εκδηλώνεται στο Αιγαίο είναι γνωστό ότι οφείλεται στη βύθιση της Αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την Ευρασιατική πλάκα η οποία σήμερα γίνεται στην περιοχή της Ελληνικής τάφρου νότια της Κρήτης. Η βύθιση αυτή προκαλεί στην εσωτερική λεκάνη του   Αιγαίου πελάγους εφελκυστικές δυνάμεις. Έτσι δημιουργούνται μεγάλα ρήγματα στο φλοιό που συνδέονται με την έντονη σεισμικότητα της περιοχής και δίνουν τη δυνατότητα στο ηφαιστειακό υλικό να ανέρχεται από το εσωτερικό της γης και να εκχύνεται στις θέσεις των ηφαιστείων. Με τη διαδικασία αυτή σχηματίστηκαν πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν μια σειρά ηφαιστείων στο χώρο του Αιγαίου όπως της Σαντορίνης της Μήλου της Νισύρου και άλλα.

Η Λέσβος είναι και αυτή ένα ηφαιστειογενές νησί όπως η Χίος και η Λήμνος. Περισσότερο από το μισό της έκτασης του νησιού μας αποτελείται  από  ηφαιστειογενείς  σχηματισμούς  οι  οποίοι ξαπλώνονται από το ΒΑ του κόλπου της Καλλονής ως τη Μήθυμνα και μαρτυρούν ότι υπήρξε έντονος ηφαιστειακός παροξυσμός με εκρηκτική και εκχυτική φάση. Σ’ αυτή την εποχή της έντονης ηφαιστειακής δράσης ανάγονται ο σχηματισμός των απολιθωμάτων στο νησί μας. Η ηφαιστειακή δραστηριότητα εκτός από την πυρακτωμένη λάβα που ευτυχώς δεν έφθασε στην περιοχή εκτόξευσε στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες ηφαιστειακής στάχτης η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα έφθασε στην περιοχή του απολιθωμένου δάσους και κάλυψε τα πάντα. Μετά τις ηφαιστειακές εκρήξεις ακολούθησαν έντονες βροχοπτώσεις που προκάλεσαν μεγάλης κλίμακας λασποροές οι οποίες σκέπασαν το μεγάλο πυκνό και πλούσιο δάσος που υπήρχε την εποχή εκείνη. Να σημειωθεί ότι η δασική βλάστηση αντιστοιχεί στις φάσεις προσωρινής ηφαιστειακής ηρεμίας ενώ το σκέπασμα και το θάψιμο κάτω από τη στερεά αναβλύσματα αντιστοιχεί στις φάσεις παροξυσμού των ηφαιστείων. Όσο για την απολίθωση αυτή ακολούθησε αφού είχαν τελειώσει οι αλλεπάλληλες περίοδοι βλάστησης και θαψίματος των δένδρων και δεν ανήκει στην περίοδο ηφαιστειακού παροξυσμού. Το υλικό με το οποίο έγινε η απολίθωση είναι το διοξείδιο του πυριτίου, το οποίο υπήρχε διαλυμένο στα θερμά νερά που κυκλοφορούσαν στο έδαφος. Με το ανόργανο διοξείδιο του πυριτίου αντικαταστάθηκε μόριο προς μόριο η οργανική φυσική ουσία των δένδρων. Η αντικατάσταση έγινε τόσο τέλεια ώστε να διατηρηθεί ολότελα ο φυσικός ιστός και οι ετήσιοι δακτύλιοι των δένδρων.

Απολιθωμένο Δάσος1
Τα απολιθωμένα λοιπόν δένδρα της Λέσβου βλάστησαν πάνω έδαφος το οποίο σχηματίστηκε από στερεά αναβλύσματα ηφαιστείων που βρίσκονταν σε ενέργεια και μέσα σ’ αυτό το έδαφος που βλάστησαν θάφτηκαν και απολιθώθηκαν με την κυκλοφορία θερμών νερών που περιείχαν διοξείδιο του πυριτίου.

Είδη  φυτών και δένδρων

Ο πλούτος και η ποικιλία των φυτών του Απολιθωμένου δάσους όπως αποδεικνύεται από τις ερευνητικές διαδικασίες του καθηγητή Ε. Βενιτζέλου είναι από τα στοιχεία της μοναδικότητας του μνημείου από την συστηματική μελέτη των απολιθωμένων κορμιών και των απολιθωμένων φύλλων προσδιορίστηκε το γένος και το είδος των φυτών που συμμετείχαν στη σύνθεση του δάσους προς 20 εκατομμύρια χρόνια. Οι περισσότεροι απολιθωμένοι κορμοί ανήκουν στα κωνοφόρα και αγγειόσπερμα, όπως πεύκη, σεκόια που είναι το μεγαλύτερο φυτό που έζησε στον πλανήτη μας, ο πλάτανος, η δρυς, η οξιά, ο φοίνικας, το κυπαρίσσι, τίλια ο σφένδαμος, το κανελόδενδρο, η λεύκη, η δάφνη και άλλα.

Μοναδικότητα και αξία του απολιθωμένου Δάσους

Οι επιστήμονες που μελέτησαν το Απολιθωμένο Δάσος της Λέσβου αναφέρονται με θαυμασμό στη μοναδικότητα, τη σπανιότητα και τη μεγάλη επιστημονική αξία του μνημείου αυτού της φύσης, γιατί αποτελεί ένα ολόκληρο δασικό σύστημα που απολιθώθηκε επί τόπου λόγω της έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας. Λόγοι που το καθιστούν μοναδικό και δείχνουν τη μεγάλη αξία του είναι οι εξής:

1) Ο μεγάλος αριθμός των απολιθωμένων κορμών που διατηρούνται όρθιοι με το ριζικό τους σύστημα τα οποία φαίνεται ότι απολιθώθηκαν στη φυσική τους θέση.

2) Τα απολιθωμένα δένδρα και τα όργανα φυτών, ρίζες, κλαδιά, φύλλα και σπέρματα έχουν διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση.

3) Η ηλικία του δάσους καθώς και η ποικιλία και ο μεγάλος αριθμός των διαφορετικών ειδών των απολιθωμένων φυτών που βρέθηκαν συνηγορούν για τη μεγάλη επιστημονική τους αξία.

4) Η σύνθεση της απολιθωμένης χλωρίδας αποτελεί σημαντικό δείκτη των κλιματικών συνθηκών και του περιβάλλοντος εκείνης της περιόδου.

Συγκρίσιμο οικοσύστημα με αυτό του Απολιθωμένου δάσους της Λέσβου αποτελούν τ’ απολιθωμένα δάση των κωνοφόρων που συναντούμε στην Αριζόνα της Β. Αμερικής.

Επίσκεψη στο Απολιθωμένο Δάσoς

Ο επισκέπτης της Λέσβου έχει πολλές εναλλακτικές λύσεις προκειμένου να επισκεφθεί τις διάφορες συγκεντρώσεις των Απολιθωμένων κορμών. Μπορεί να επισκεφθεί το Πάρκο του Απολιθωμένου Δάσους στη περιοχή «Κύρια Απολιθωμένη» , το Γεωπάρκο του Σιγρίου, τη νυσίδα Νησιώπη, είτε να επιλέξει πεζοπορικές   διαδρομές   που   συνδέουν   τις   διάφορες απολιθωματοφόρες θέσεις χωρίς να παραλείψει να επισκεφθεί τις εγκαταστάσεις του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στο Σίγρι όπου αναδεικνύονται τα ευρήματα του απολιθωμένου Δάσους και η γεωϊστορική εξέλιξη του Αιγαίου από τις διεργασίες που οδήγησαν στη δημιουργία του απολιθωμένου Δάσους πριν 20 εκατομμύρια χρόνια μέχρι τα σύγχρονα οικοσυστήματα.

Το Πάρκο που δημιούργησε η Διεύθυνση Δασών Λέσβου, αποτελεί μια μοναδική εμπειρία και ένα ανεπανάληπτο μνημείο της φύσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο επισκέπτης μένει  εκστατικός μπροστά στην πληθώρα των ευρημάτων τα οποία όπως αναφέραμε παραπάνω είναι άριστα διατηρημένα. Επίσης μπορεί να περιηγηθεί σε μια ολόκληρη βουνοπλαγιά με ιδικά διαμορφωμένα μονοπάτια που κατασκευάστηκαν χωρίς μηχανικά μέσα για να μη διαταραχθεί το φυσικό περιβάλλον, θα νιώσει συγκίνηση με τους ωραίους χρωματικούς συνδυασμούς που η φύση «στόλισε» τα πετρωμένα δένδρα και θα θαυμάσει την αυθεντικότητα των απολιθωμένων κορμών που έχουν διατηρήσει την πιο παραμικρή λεπτομέρεια και στο φλοιό και στο εσωτερικό τους. θα εντυπωσιαστεί από το πλήθος και τις διαστάσεις των δένδρων και θ’ ανακαλύψει ότι κάποια από αυτά του είναι γνωστά και ίσως του θυμίζουν την τελευταία επίσκεψη του σ’ ένα πευκοδάσος.

Για όλους αυτούς του λόγους μπορούμε να πούμε ότι αξίζει κάθε επισκέπτης του νησιού μας να περιηγηθεί στους χώρους αυτούς που φυλάγονται όλα τα απολιθωμένα ευρήματα και να συνειδητοποιήσει ότι περπατώντας ανάμεσα στους πετρωμένους κορμούς έχει το μοναδικό προνόμιο να κάνει ένα ωραίο ταξίδι μέσα στο χρόνο και στη γεωλογική ιστορία του νησιού μας.

Δημήτρης  Αρετής
Αμαλία  Αθηναίου
Κατερίνα Καρίνου
Α΄τάξη Πειραματικού Γυμνασίου Μυτιλήνης

Πηγή

helectra

Share

Η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου στην περιοχή της Καλαμπάκας

30 Αυγούστου 2009

Στους πρόποδες των μετεωρίτικων βράχων, στην “καρδιά” ενός σπάνιου γεωλογικού φαινομένου παγκόσμιας αναγνώρισης, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια τα γραφικά σπίτια από το Καστράκι, ένα μικρό χωριό μόλις χιλίων κατοίκων, που προσελκύει κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο.

Mε μια προσεκτική ματιά, ο επισκέπτης ανακαλύπτει τον ιδιαίτερο παραδοσιακό σχεδιασμό των παλιών κατοικιών στην άλλοτε πλατεία του χωριού, στο Μεσοχώρι. Με έντονο τοπικό ύφος και μοναδικότητα “έκφρασης”, αυτοί οι μικροί “αρχιτεκτονικοί θησαυροί” διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της ιστορίας του οικισμού, μεταδίδοντας το μήνυμα της απλότητας και της απέριττης τυπολογικής απόδοσης των κατοικιών.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÁÇ ÃÉÙÑÃÇÓ ÊÁËÁÌÐÁÊÁ

Μάλιστα, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, στην περιοχή της Καλαμπάκας, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης και έρευνας από την Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, πριν από ένα μήνα, στο τμήμα των Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. ως ερευνητική εργασία με τη συνεργασία της επίκουρου καθηγήτριας Μαρίας Αρακαδάκη.

Η μελέτη περιλαμβάνει την πολεοδομική και αρχιτεκτονική διερεύνηση του οικισμού, με πλήρη σχέδια αποτυπώσεων για 13 παραδοσιακά σπίτια και κατόψεις για άλλα 6, τυπολογικούς πίνακες, κατασκευαστικές λεπτομέρειες, αλλά και εισαγωγικό σημείωμα με την τοποθεσία, τη γεωλογία, την ιστορία και τη λαογραφία του τόπου. Επιπλέον, γίνεται διαχωρισμός των περιόδων με διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις στην οικοδόμηση κατοικιών, ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών κατά την περίοδο που ανεγείρονται τα σπίτια και σύγκριση με τα κοντινότερα δείγματα παραδοσιακών χωριών. Τέλος, αναφέρονται κάποια συμπεράσματα και προτάσεις για μελλοντική διαφύλαξη της αρχιτεκτονικής ταυτότητας του Καστρακίου.

“Η αιτία που ενέπνευσε την ενασχόληση με τον συγκεκριμένο οικισμό είναι η καταγωγή της μητέρας μου, κυρίας Σούλας Κουρκουνά, από αυτόν”, αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κατερίνα Γαλιτσίδου. Στη διάρκεια των σπουδών της συνειδητοποίησε ότι κανένας δεν έχει ασχοληθεί με τα παλιά σπίτια του Καστρακίου, παρά την ιδιαίτερη αισθητική τους αξία. Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι εγκαταλελειμμένα, πάρα πολλά έχουν πέσει ή γκρεμιστεί και το μέλλον όσων έχουν απομείνει είναι αβέβαιο, αφού δεν υπάρχει καμιά οργανωμένη μέριμνα. Όσον αφορά το ιδιωτικό κομμάτι, η διατήρηση τους χωλαίνει, διότι είτε είναι πάρα πολλοί οι κληρονόμοι είτε οι ιδιοκτήτες έχουν μετοικήσει αλλού. Έτσι οδηγήθηκε, όπως εξηγεί, στη σχεδιαστική και φωτογραφική  αποτύπωση των 20 χαρακτηριστικότερων σπιτιών για να συντηρηθεί ακόμα και μέσω μίας μελέτης η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, αλλά και η τεχνική των μαστόρων στο χτίσιμο των κατοικιών, που αξίζει να σημειωθεί ότι γινόταν εμπειρικά.

Το παραδοσιακό καστρακινό σπίτι χαρακτηρίζεται από την τυπολογική του απλότητα και το συνετό ύφος στις μορφολογικές του εκφράσεις. Με τη διερεύνηση 20 σπιτιών καταλήγουμε- διευκρινίζει η ερευνήτρια-  πως η πιο διαδεδομένη διάταξη, ανεξάρτητα από τους εξώστες, τα βοηθητικά κτίρια και τις αυλές, είναι η τρίχωρη στον όροφο και δίχωρη στο ισόγειο, ενταγμένες στον πλατυμέτωπο τύπο. Στο ισόγειο αναπτύσσονται οι χώροι φύλαξης των ζωντανών και των τροφίμων σε δύο ξεχωριστά δωμάτια, ενώ στον όροφο έχουμε την κεντρική εγκάρσια σάλα, που ενώνει δύο αντιδιαμετρικά δωμάτια το ένα, το καλό συνήθως, για τον ύπνο και το άλλο για το μαγείρεμα και τη διημέρευση των νοικοκυραίων. Υπάρχουν φυσικά και άλλες τυπολογίες (μονόχωρες, τετράχωρες, τετράχωρες σχήματος Γ, πεντάχωρες κατοικίες, πλατυμέτωπες ή στενομέτωπες) που αναλύονται διεξοδικά με σχέδια, κείμενα και πίνακες στη μελέτη.

Μορφολογικά, αναλύει στη  μελέτη της η Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα καστρακινά σπίτια μπορούμε να τα εντάξουμε σε τρεις διαφορετικές περιόδους:

Η πρώτη περίοδος είναι από το 1850 ως το 1920. Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική φέρει πάνω της ανάγλυφη τη “ρομαντική” λαϊκή κοσμοθεωρία, που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον οικογενειακό συντηρητισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη και συμπόνια. Έτσι, αυτές οι κατοικίες είναι κλειστές, λιτές και ολοκληρωμένες, με απέριττες διευθετήσεις του χώρου. Όταν, όμως, έρχεται η ώρα να βγει κάποιος στον έξω κόσμο, να ξαποστάσει από τις υποχρεώσεις, το καλντερίμι αποτελεί την αυλή του, το πεζούλι της εξώθυρας παίζει τον ρόλο του “ισόγειου” μπαλκονιού του, απ’ όπου δεν παρατηρεί μόνο, αλλά μοιράζεται τα βάσανά του “δημόσια”.

Η κάλυψη των σπιτιών της πρώτης περιόδου γίνεται με ψηλές δίριχτες, τρίριχτες ή τετράριχτες σκεπές. Την ίδια περίοδο έχουμε και τετράγωνα κλειστά διώροφα και στενομέτωπα σπίτια. Οι εξώστες δεν είναι πολύ συνηθισμένοι και η πιο διαδεδομένη μορφή τους είναι το στεγασμένο μεγάλο πλατύσκαλο της ξύλινης ή πέτρινης εξωτερικής σκάλας που επιτρέπει την προσπέλαση στον όροφο. Βοηθητικά κτίρια δεν υφίστανται, καθώς δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση των νοικοκυραίων.

Η δεύτερη περίοδος
ξεκινά το 1920 και φτάνει έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η νέα περίοδος που ακολουθεί, με ορόσημο το χτίσιμο του τοπικού σχολείου, προάγει άλλες οικογενειακές και  κοινωνικές ανάγκες και συνεπώς θέτει άλλες προτεραιότητες. Οι καστρακινοί βιώνουν την έλλειψη άνεσης στους χώρους όπου διημερεύει η οικογένεια και προσανατολίζονται σε μεγαλύτερα δωμάτια, ακολουθώντας παρ’ όλα αυτά τις ίδιες τυπολογίες. Παράλληλα, υπάρχει και μία τάση “ανοίγματος” του νοικοκυριού προς τους πιθανούς επισκέπτες. Έτσι οι καλοί χώροι απομονώνονται στον όροφο, όπου υπάρχει και σάλα υποδοχής για τους καλεσμένους, που ενίοτε καταλήγει σε όμορφο ξυλόγλυπτο ή μεταλλικό εξώστη, ενώ ο τυπικός κεντρικός διάδρομος της τρίχωρης τυπολογίας φαρδαίνει γι’ αυτό το λόγο. Τα υπνοδωμάτια εκατέρωθεν της σάλας μεγαλώνουν, αποκτούν όλα τζάκι και εξωραΐζονται με πολυτελή έπιπλα, μεγαλύτερα και περισσότερα παράθυρα, όμορφα επεξεργασμένα ταβάνια. Οι πρόχειροι χώροι είναι όλοι στο ισόγειο-υπόγειο και συμπληρώνονται με βοηθητικούς ισόγειους χώρους, όπως κουζίνα, μπάνιο και αποθήκη, που εφάπτονται κυρίως στην πίσω και σπανιότερα στην πλάγια όψη.

Οι κοινωνικές σχέσεις φιλτράρονται μερικώς με την είσοδο της “νέας” αρχιτεκτονικής. Οι ανάγκες προβολής και κοινωνικής επίδειξης πλέον ικανοποιούνται και οι δημόσιες σχέσεις καλλιεργούνται επιλεκτικά στις ιδιωτικές αυλές και τους εξώστες. Είναι το πέρασμα από την ανοιχτή λαϊκή νοοτροπία στην εκλεπτυσμένη αστική.

Η τρίτη περίοδος αφορά ουσιαστικά μια πενταετία, από το 1950 έως το 1955. Τα σπίτια που χτίζονται μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρούν τον αστικό χαρακτήρα της προηγούμενης περιόδου, σε συνδυασμό με την παλαιά λαϊκή αμεσότητα στα δρώμενα του δημόσιου χώρου. Έτσι, διατηρούνται μορφολογικά στοιχεία, όπως το γείσο της στέγης, τα προσεγμένα ταμπλαδωτά κουφώματα, με τα αντίστοιχα πλαίσια από σοβά και τα αγκωνάρια. Είναι εμφανές όμως και το “άνοιγμα” των οικοδομών προς τους δρόμους, τους κοινόχρηστους δημόσιους χώρους.

Ίσως οι κακουχίες και οι απώλειες αγαπημένων προσώπων κατά τον πόλεμο να έστρεψαν τους καστρακινούς στην απλότητα των αστικών προτύπων και την αναθέρμανση των δημοσίων σχέσεων. Τέλος, αναφορικά με τα υλικά δομής η πέτρα από φυσικούς τοπικούς πόρους, το ξύλο από κοντινά δασικά μέρη και οι κεραμοσκεπές είναι τα στοιχεία που επικρατούν στην αρχιτεκτονική κατοικίας στο Καστράκι.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Πέτρινα γεφύρια, νερόμυλοι και σπήλαια στο Νομό Τρικάλων.

31 Ιουλίου 2009

Κόσμημα της φύσης αποτελούν τα πέτρινα γεφύρια, οι νερόμυλοι και τα σπήλαια στο Νομό Τρικάλων, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο στους τουρίστες να επισκεφθούν την περιοχή.

Μάλιστα, τα πολλά πέτρινα γεφύρια του νομού περιλαμβάνονται στο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής που συνέταξε η Σχολή Γεωπονικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συγκεκριμένα το Τμήμα Ζωικής Παραγωγής και Υδάτινου Περιβάλλοντος. Είναι εντυπωσιακά και αποτελούν ένα από τα ωραιότερα σημεία επίσκεψης στο νομό.

Το Γεφύρι Πόρτας ή Αγίου Βησσαρίωνα χτίστηκε το 1514, από το μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα. Βρίσκεται λίγο έξω από την Πύλη και γεφυρώνει τον Πορταϊκό ποταμό. Μέχρι το 1936 ήταν ο μοναδικός σύνδεσμος των Τρικάλων με τα χωριά του Ασπροπόταμου. Είναι μονότοξο, με άνοιγμα 28 μέτρων και το δεύτερο σε μέγεθος γεφύρι στη Θεσσαλία.

Το Γεφύρι Παλυοκαρυάς χτίστηκε το 1500-1550, βρίσκεται στο δρόμο Πύλη – Παλαιοκαρυά και γεφυρώνει το ρέμα της Γκρόπας. Παλαιότερα, εξυπηρετούσε από τα Τρίκαλα και την Πύλη τη συγκοινωνία με τα χωριά του Ασπροπόταμου. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 19 μέτρων.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÐÅÔÑÉÍÁ ÃÅÖÕÑÉÁ ÓÔÏ ÍÏÌÏ ÔÑÉÊÁËÙÍ

Το Γεφύρι Νεραΐδοχωρίου χτίστηκε το 1750 και βρίσκεται κοντά στον αγροτικό δρόμο Νεραϊδοχωρίου – Πύρρας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 17,6 μέτρων και πλέον δεν χρησιμοποιείται.

Το Γεφύρι Πύρρας «Καμάρα», στο χωριό Πύρρα, χτίστηκε το 18ο αιώνα και βρίσκεται στον αγροτικό δρόμο Νεραϊδοχωρίου – Πύρρας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 4 μέτρων.

Κατεστραμμένο είναι το Γεφύρι Δέση, που βρίσκεται στο ρέμα Παλιομαντρί, και δεν είναι γνωστή η χρονολογία κατασκευής του.

Το Γεφύρι Ανθούσας χτίστηκε το 18ο αιώνα. Βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, γεφυρώνοντας το ρέμα της Λεπενίτσας (η παλιά ονομασία του χωριού). Είναι μονότοξο με άνοιγμα τόξου 7,30 μέτρων.

Ένα γεφύρι που εντυπωσιάζει είναι αυτό του Μίχου. Δεν υπάρχουν αναφορές για το πότε χτίστηκε, παρ’ όλα αυτά η χρησιμότητά του είναι σημαντική και στις ημέρες μας, καθώς ενώνει την κοινότητα της Ανθούσας με το μοναστήρι της Παναγιάς Γαλακτοτροφούσας. Το γεφύρι είναι εντυπωσιακό, δίτοξο, με άνοιγμα τόξου 12,5 μέτρων.

Ένα γεφύρι με ιστορία είναι αυτό του Χαλικίου, που χτίστηκε το 14ο αιώνα. Βρίσκεται στη είσοδο του χωριού, ενώ σήμερα δεν είναι πια χρήσιμο, καθώς έχει χτιστεί τσιμεντένια γέφυρα. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 6,70 μέτρων.

Η Γέφυρα Καπραρίας, στο χωριό Χαλίκι, πιθανολογείται ότι χτίστηκε περίπου το 1500, όταν χτίστηκε και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που εξυπηρετούσε.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÐÅÔÑÉÍÁ ÃÅÖÕÑÉÁ ÓÔÏ ÍÏÌÏ ÔÑÉÊÁËÙÍ

Μπορεί να χτίστηκε το 18ο αιώνα, αλλά το Γεφύρι Μιχαλάκη Φίλου εξυπηρετεί ακόμη τις μετακινήσεις από και προς το Μέτσοβο και γεφυρώνει τον Ασπροπόταμο, σε αντίθεση με το Γεφύρι Κρανιάς, στο χωριό Κρανιά, που χτίστηκε στα τέλη του 1800 και σήμερα δεν χρησιμοποιείται. Βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, γεφυρώνει παραπόταμο του Ασπροπόταμου κι έχει άνοιγμα τόξου 15 μέτρων.

Το Γεφύρι Γκίκα στο χωριό Κρανιά χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα και εξυπηρετεί τις μετακινήσεις προς τον παλιό νερόμυλο. Είναι μονότοξο με άνοιγμα 7,60 μέτρων.

Ένα σχετικά νεώτερο ηλικιακά γεφύρι είναι αυτό της Μεσοχώρας. Χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, με την ίδια επιμέλεια με τα γεφύρια Τέμπλας και Αυλακίου. Βρίσκεται μετά τη Μεσοχώρα και χρησιμεύει ακόμα και σήμερα για το γεφύρωμα του Αχελώου. Είναι μονότοξο με άνοιγμα του κυρίου τόξου 30 μέτρων.

Το Γεφύρι Βαλκάνου είναι κατεστραμμένο και δεν είναι γνωστό το πότε χτίστηκε, ενώ το Γεφύρι Ελληνικών χτίστηκε το 1241 στον παραπόταμο του Αχελώου, Αρέντα.

Το Γεφύρι Μεσούντας, το τοξωτό γεφύρι της Σαρακίνας, το Γεφύρι της Γριάς, που βρίσκεται δίπλα στο φαράγγι της «Μάννας», το Γεφύρι Σμίξη, το Γεφύρι Πιαλεάς στο Δήμο Πιαλείας, το Γεφύρι Μουκόσι, το Γεφύρι Κλεινού στον οικισμό του Κλεινοβού και το Γεφύρι Ξηροκάμπου Οξύνειας συμπληρώνουν την πληθώρα των πέτρινων αυτών κοσμημάτων στο Νομό Τρικάλων.

Τα Τρίκαλα έχουν και σπουδαία σπήλαια, που θα μπορούσαν, μαζί με τα πέτρινα γεφύρια και τις εκκλησίες, να αποτελέσουν τμήμα ενός πολυήμερου, ολοκληρωμένου τουριστικού πακέτου.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÐÅÔÑÉÍÁ ÃÅÖÕÑÉÁ ÓÔÏ ÍÏÌÏ ÔÑÉÊÁËÙÍ

Το Σπήλαιο Λέγκω βρίσκεται πάνω στο βουνό Πόρπη (Χαλικόβουνο) και σε υψόμετρο 1.474, πάνω από το δεύτερο, 30 μέτρων, καταρράκτη. Είναι από τα λίγα σπήλαια στην Ελλάδα που έχει υπόγειο ποταμό, ενώ διαθέτει περίτεχνους και πολύχρωμους σχηματισμούς σταλακτιτών και σταλαγμιτών.

Σύμφωνα με την παράδοση, το σπήλαιο βρέθηκε από έναν κυνηγό το 1945 και φέρει το όνομα μιας κοπέλας από το χωριό, της Λέγκως, η οποία κρύφτηκε εκεί για να μην την παντρέψουν.

Το φημισμένο Σπήλαιο Θεοπέτρας βρίσκεται στο δρόμο Τρικάλων – Καλαμπάκας, 3 χλμ πριν από τα Μετέωρα, στο χωριό Θεοπέτρα. Βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 100 από την επιφάνεια της πεδιάδας και 280 από την επιφάνεια της θάλασσας. Το σπήλαιο έχει σημαντική επιστημονική αξία για την προϊστορία όλου του ελλαδικού χώρου (και όχι μόνο). Είναι από τα λίγα σπήλαια στην Ελλάδα με τόσο μεγάλο εύρος επιχώσεων, που καλύπτουν την εξέλιξη του ανθρώπου σε μια περίοδο πολύ καθοριστική, αυτή της μετάβασής του από το Νεάτερνταλ στο Χόμο Σάπιενς.

Άλλα σημαντικά σπήλαια στο νομό είναι τα Σπήλαια Μπέη, Ανταλλαξίμων, Ελληνοκάστρου, Φτερόλακκα στην Κόρη, Δέσης και Σπήλαιο Σταυρός, μεταξύ Αγίου Προκοπίου και Καλογήρων.

Εκτός των γεφυριών και των σπηλαίων, πόλο έλξης για τους τουρίστες αποτελούν και οι παλιοί νερόμυλοι, έντεκα στο σύνολο, άλλοι ανακαινισμένοι και άλλοι όχι.

Αυτοί είναι οι παλιοί ανακαινισμένοι νερόμυλοι στην Παλαιοκαρυά, στο Πολυνέρι, στον Άγιο Προκόπιο, στην κοινότητα Κατάφυτο, οι παραδοσιακοί νερόμυλοι στη Μεσοχώρα, στην Πεύκη, στο Ροπωτό, στο Παλαιοχώρι και οι παλιοί νερόμυλοι στη Μεγάρχη (από το 1800 μ.Χ.), στον Εξάλοφο και στο Μυρόφυλλο.

Πηγή: ΑΠΕ