Άρθρα με ετικέτες ‘Έλληνες’

Τα φημισμένα γαλλικά κρασιά είναι ελληνικής προέλευσης;

2 Νοεμβρίου 2009

Στο παρελθόν, ο ελληνιστής καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, Πολ Κάρτλετζ, έχει προκαλέσει επανειλημμένα συζητήσεις με τις αντισυμβατικές απόψεις του. Όπως επισημαίνεται, μάλιστα, σε δημοσίευμα της ιστοσελίδας της Ντόιτσε Βέλε, ένας νέος κύκλος συζητήσεων αναμένεται να ανοίξει με το νέο βιβλίο του, καθώς μέσω αυτού διατυπώνει την πεποίθηση ότι τα φημισμένα γαλλικά κρασιά είναι ελληνικής… καταγωγής.

γαλλικά κρασιά
Συγκεκριμένα, ο καθηγητής Ελληνικού Πολιτισμού αναφέρει στο νέο βιβλίο του – αναμένεται να εκδοθεί σύντομα, έχοντας τίτλο «Αρχαία Ελλάδα: Η ιστορία ένδεκα πόλεων» - πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι κόμισαν στην Εσπερία εκτός από τη δημοκρατία και την ποίηση, τη φιλοσοφία και την τραγωδία, την ιστορία και την κωμωδία, ακόμη και τον οίνο. Επισημαίνει, μάλιστα, πως όχι απλά έφτιαχναν κρασί και το έπιναν, αλλά μεταλαμπάδευσαν το πνεύμα του και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Σύμφωνα, δηλαδή, με τις έρευνες που διενήργησε ο καθηγητής Κάρτλετζ, ένα καλό γαλλικό κρασί, με παγκόσμια φήμη, όπως είναι το Cotes-du-Rhone, οφείλει την ύπαρξή του στις αμπελουργικές και οινοποιητικές γνώσεις των Aρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι τον 6ο αιώνα π.Χ. είχαν αποικίσει τη Nότια Γαλλία. Ο Πολ Κάρτλετζ διαψεύδει, επίσης, συναδέλφους του ιστορικούς που είχαν αποφανθεί πως την οινοποιία είχαν διαδώσει στην Ευρώπη οι Ετρούσκοι και οι Ρωμαίοι.

Το ελληνικό κρασί στο Ροδανό

Συγκεκριμένα, στην προδημοσίευση του βιβλίου, που κυκλοφόρησε στη Γερμανία, ο Πολ Κάρτλετζ αναφέρει πως οι Aρχαίοι Φωκαείς έφθασαν στις εκβολές του Ροδανού ποταμού κι εκεί ίδρυσαν τη Μασσαλία. Το ποτάμι στη συνέχεια ήταν η εμπορική οδός μέσω της οποίας οι αμφορείς με το ζυμωμένο μούστο, αυτό το πρωτόγνωρο ποτό, έφθασε στα τραπέζια των διάφορων κελτικών φύλων. Και τους άρεσε πολύ.

Για να διατηρήσουν, άλλωστε, οι Έλληνες την αποικία τους στις εκβολές του Ροδανού έπρεπε κάπως να εντάξουν στα σχέδιά τους και τους Κέλτες της γύρω περιοχής, της Λιγυρίας. Άρχισαν λοιπόν να παντρεύονται ντόπιες και έτσι μέσω των μικτών γάμων άρχισαν να περνούν στην άλλη πλευρά και οι γνώσεις της καθημερινότητας. Για παράδειγμα, πώς φτιάχνει κάποιος κρασί. Από εκείνη την εποχή διασώζονται πολλά τεκμήρια περί της ελληνικής παραγωγής κρασιού. Κατά τον καθηγητή Κάρτλετζ, λοιπόν, από εκεί, από την Αρχαία Μασσαλία και τους Έλληνες εποίκους της, ξεκίνησε το κρασί την πορεία του προς την Ευρώπη, έως ότου -ανά τους αιώνες- κατακτήσει όλον τον κόσμο.

Πηγή: Καθημερινή

helectra

Share

Ελληνίδες νύφες στην Αυστραλία….

1 Νοεμβρίου 2009

Έρευνες και σειρές για τις ελληνίδες νύφες

Πριν από 50 και πλέον χρόνια, πολλές χιλιάδες ήταν οι Ελληνίδες νύφες που μετανάστευσαν στην Αυστραλία. Νέες κοπέλες που πήγαιναν στην άλλη άκρη του κόσμου για να παντρευτούν έναν άνδρα που γνώρισαν μόνο σε …φωτογραφία. Κάθε μια έχει να διηγηθεί και μια συγκλονιστική ιστορία. Σήμερα οι γυναίκες αυτές είναι γιαγιάδες. Έκαναν οικογένεια, απέκτησαν παιδιά, τα περισσότερα πετυχημένοι επιστήμονες και επιχειρηματίες και τώρα προσέχουν τα εγγόνια τους! Μόνο που η ιστορία τους – και η προσφορά τους – δεν έχει καταγραφεί συνολικά έτσι για να μείνει στην ιστορία.

Ένας ομογενής εκπαιδευτικός, που έφτασε στην Αυστραλία, πριν από 52 χρόνια, μ’ ένα γερασμένο πλοίο που μετέφερε 900 Ελληνίδες νύφες, εδώ και δυο χρόνια ξεκίνησε να συγκεντρώνει στοιχεία. Να βρει τις 900 νύφες με τις οποίες έφτασε στην Αυστραλία, να δει τι απέγιναν και να καταγράψει την ιστορία τους σε βιβλίο και σε ψηφιακό δίσκο (DVD), πιστεύοντας πως “πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που δεν έχει ειπωθεί σε όλη της την έκταση”. Ήδη βρίσκεται σε καλό δρόμο. Έχει εντοπίσει αρκετές, έχει συγκεντρώσει πολύτιμο υλικό και φιλοδοξεί πως τόσο το βιβλίο όσο και το DVD θα κυκλοφορήσουν σύντομα. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Φωτάκη, εκπαιδευτικό, που σήμερα ζει και εργάζεται στην Αδελαΐδα.

Η ιστορία του, πολύ περιληπτικά, έχει ως εξής:

Μάιος και Ιούνιος του 1957. Το πλοίο Μπεγκόνα (Begona) μεταφέρει εκατοντάδες μετανάστες στην Αυστραλία. Ανάμεσά τους και 900 νύφες. Πήγαιναν στην Αυστραλία για να παντρευτούν άνδρες, που γνώριζαν μόνο από φωτογραφίες. “Μας πήρε ένα μήνα να φθάσουμε στην Αυστραλία”  θυμάται και προσθέτει:

“Για μας το ταξίδι ήταν ευχάριστο. Μέναμε σε ωραίες καμπίνες. Δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως και για τις νύφες, αφού πολλές από αυτές ήταν κάτω από το κατάστρωμα, μέσα στη βουή και τη δυσοσμία, γεγονός που έκανε το ταξίδι τους ανυπόφορα μακρύ και όχι ακριβώς ευχάριστο, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς. Πολλές, όπως θυμάμαι τώρα, έρχονταν πάνω στο κατάστρωμα και μερικές μάλιστα κοιμόντουσαν εκεί, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού”.

Ο ίδιος πάντως, έχει ευχάριστες αναμνήσεις τις οποίες μοιράζεται μαζί μας:

“Το ότι μου έδιναν σημασία, αυτά τα υπέροχα πλάσματα, μ’ έκανε να νιώθω περίεργα. Ήταν πολλές, πάρα πολλές, όμορφες σα νεράιδες, στη μέση του πελάγους, απόμακρες αλλά και φιλικές συγχρόνως. Ρωτούσα τη μητέρα μου να μου πει “ποιες είναι, πού πάνε” και κάθε φορά μου έδινε μια διαφορετική απάντηση. Μόνο προς στο τέλος του ταξιδιού, όταν κοντεύαμε πια να φτάσουμε στην Αυστραλία, μου είπε ότι είναι “οι νύφες που παντρεύτηκαν από φωτογραφία”. Αυτό κι αν με μπέρδεψε!”.

Ο κ. Φωτάκης έχει μνήμες ευχάριστες, αλλά και περίεργες, με όλα αυτά που γίνονταν πάνω στο καράβι, από τη Γιορτή του Ποσειδώνα, μέχρι την τρικυμία και τα πελώρια κύματα που θαρρείς και προσπαθούσαν να καταπιούν το μεγαθήριο αυτό που τους μετέφερε στην άλλη άκρη της γης. Θυμάται ακόμα “τα φύκια που βρίσκαμε μέσα στο νερό, όταν το πόσιμο είχε τελειώσει και το θαλάσσιο ήταν το μόνο διαθέσιμο νερό”.

Επιμένει όμως, στις “νύφες”, λέγοντας πως “πολλές ήταν σχεδόν παιδιά, γύρω στα 17, άλλες μεγαλύτερες, ορισμένες κυκλοφορούσαν με μια φωτογραφία στο χέρι, που την έδειχναν στις άλλες ή σ’ όποιον ενδιαφερόταν να δει τον “άντρα τους”. Όσο πλησιάζαμε όμως στο λιμάνι, η διάθεσή τους άλλαζε. Φαίνονταν ανήσυχες, σχεδόν φοβισμένες. Τώρα μπορώ να καταλάβω γιατί. Το άγνωστο που από απόσταση φαίνεται γοητευτικό, όταν πλησιάζει κανείς να το αγγίξει, αλλάζει μορφή, φαντάζοντας, συχνά, ακόμη και απειλητικό”.

Port Melbourne ji 2
Και το πλοίο έφθασε στην Αυστραλία. Φριμάντλ, Μελβούρνη, Σίδνεϊ. Σκηνές που επαναλήφθηκαν πολλές φορές στα λιμάνια της Αυστραλίας στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Ο λόγος και πάλι στον κ. Φωτάκη:

“Μόλις έφτασε το πλοίο οι νύφες άρχισαν να βγαίνουν έξω κύματα – κύματα, ενώ όσοι περίμεναν απ’ έξω φώναζαν ονόματα γυναικεία, δυνατά, οι φωνές μπερδεύονταν, άλλες χαρούμενες κι άλλες γεμάτες αγωνία, λες και βρισκόσουν σε παζάρι, λες και εκείνη την ώρα θα διάλεγαν οι έξω ποια γυναίκα θα έπαιρναν, ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν όλα προκαθορισμένα.

Είδα ότι όσοι κρατούσαν φωτογραφίες φώναζαν πιο δυνατά, έσπρωχναν ν’ ανοίξουν δρόμο, να φτάσουν μπροστά, ενώ οι νύφες κοίταζαν ολόγυρα σαν χαμένες. Όσες έβρισκαν το ταίρι τους έφευγαν χαρούμενες, ενώ ήταν πολλές εκείνες που είχαν την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Για μένα ήταν η ώρα που περίμενα τη λύση του μυστηρίου. Αυτός ο “γάμος με φωτογραφία”, που είχε πει η μητέρα μου, μεγάλωσε την απορία μου αντί να τη λύσει. Τις έβλεπα να φεύγουν ζευγαρωμένες οι πιο πολλές και – θυμάμαι – η σκέψη που με βασάνιζε ήταν αν θα τις συναντούσα ποτέ ξανά”.

Ο κ. Φωτάκης πάντα ήθελε να μάθει τι απέγιναν και εδώ και δέκα χρόνια ξεκίνησε μια συστηματική έρευνα που τον οδήγησε στα ίχνη αρκετών στην Αδελαΐδα. “Ορισμένες μάλιστα τις συνάντησα και είχαμε μια γιορτή επανασύνδεσης. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, μερικές τις γνώρισα ως δάσκαλος των παιδιών και των εγγονιών τους. Μιας έχω βαφτίσει τα εγγόνια της, χωρίς καν να υποψιάζομαι ότι οι δρόμοι μας συναντήθηκαν 50 χρόνια πριν στο κατάστρωμα του BEGONA”, λέει και συνεχίζει:

“Τότε τις έβλεπα σαν τις μεγάλες αδελφές μου. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν, κατά κάποιον τρόπο, οι συγγενείς που είχα χάσει. Σήμερα είναι γιαγιάδες. Μισός αιώνας είναι φυσικό να τις έχει αλλάξει. Άλλες είναι ευχαριστημένες γιατί η ζωή τους φέρθηκε καλά, ήταν γενναιόδωρη μαζί τους, κι άλλες μιλάνε για τη μαύρη ξενιτιά”.

Και γιατί αυτή η έρευνά του;

“Μ’ ενδιαφέρει, αυτές οι γυναίκες που έχουν βάλει τα θεμέλια της δεύτερης και τρίτης γενιάς, που έχουν προσφέρει τόσα πολλά, τις πιο πολλές φορές αθόρυβα, χωρίς καν να έρχονται στο προσκήνιο μιας ομογένειας που ακμάζει, να μην μείνουν στην αφάνεια και κυρίως να μη χαθεί αυτός ο συνδετικός κρίκος που μας ενώνει με το παρελθόν, μ’ αυτές τις ίδιες τις ρίζες μας. Θέλω αυτό το εγχείρημα να επιτύχει γιατί αν δε γίνει κάτι τώρα που είναι ακόμη στη ζωή, οι πρωτοπόρες αυτές γυναίκες, όλες αυτές οι ιστορίες και οι πληροφορίες που έχουν οι ίδιες να μας δώσουν, μέσα από τα βιώματά τους, θα χαθούν για πάντα και οι νεότερες γενιές δεν θα μάθουν ποτέ από πού ακριβώς κρατάνε”.

Η έρευνα του κ. Φωτάκη ενδεχομένως έδωσε και την ιδέα στο αυστραλιανό κρατικό κανάλι του ABC να ετοιμάσει ντοκιμαντέρ αρκετών επεισοδίων με τίτλο “Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας”, και στο οποίο οι Έλληνες θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο μιας και συνέβαλαν σημαντικά στη δημιουργία και ανάπτυξη του αυστραλιανού έθνους.

Η ιδέα αυτή δεν αφορά βέβαια, μόνο τους μετανάστες, αν και αρχίζει από την εποχή της μαζικής μετανάστευσης, αλλά όλους τους κατοίκους αυτής της χώρας. “Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας ” θα γραφεί από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές και στο Διαδίκτυο. Δύο περίπου σελίδες το κάθε επεισόδιο, με χίλιες λέξεις, το πολύ, το καθένα, “για να διαβάζονται”, όπως θα πούνε οι εμπνευστές της ιδέας.

Από το σύνολο θα επιλεγούν οι πλέον ενδιαφέρουσες και αντιπροσωπευτικές και θα γίνει ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο θα προβληθεί το 2010 σε τέσσερα επεισόδια. Ήδη, αρκετοί ομογενείς έχουν δηλώσει συμμετοχή. Και επειδή οι εμπνευστές της ιδέας δεν ενδιαφέρονται μόνο για τα “επιτεύγματα” αλλά και τις άλλες ανθρώπινες στιγμές, τις πρώτες δυσκολίες και τον “ξεριζωμό”, η έμφαση δίνεται εκεί.

Μια Ελληνίδα γράφει, για παράδειγμα, πώς έφυγε από την Ελλάδα με δώρο μια κουβέρτα που της έφτιαξε η μάνα της και για πολλά χρόνια, ακόμα και όταν παντρεύτηκε και έγινε η ίδια μητέρα και γιαγιά, τυλιγόταν με εκείνη την κουβέρτα “για να αισθανθεί το μητρικό χάδι στη ξενιτιά”.

“Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ”  (“YIAYIA’S  STORY”)

Η ιστορία μιας από τις 901 Νύφες που έφερε το υπερωκεάνιο “Begonia” στην Αυστραλία, το 1958, θα γίνει ντοκιμαντέρ από το κρατικό κανάλι του ΑΒC για τη σειρά του, “Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας”. Η ιστορία, που είναι ειπωμένη από τη γιαγιά στην εγγονή, ήδη έχει καταχωρηθεί στο Διαδίκτυο του αυστραλιανού καναλιού και έχει ως εξής:

“Μαμά… Δεν θέλω να φύγω. Μην τους αφήσεις να με πάρουν… , σε παρακαλώ μαμά”, ξεκινά σε δραματικό τόνο η αφήγηση.

“Φώναξα, τσίριξα κι έκλαψα, η φωνή μου όμως πνίγηκε από εκατοντάδες άλλες φωνές γυναικών που αποχαιρετούσαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Όλοι μ’ έσπρωχναν, προσπαθώντας να κάνουν χώρο στα πλευρά του πλοίου για να μπορούν οι δικοί τους να τους δουν. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, όπως έριξα την τελευταία ματιά στη μητέρα μου, αυτή την τόσο δυνατή γυναίκα, μεταμορφωμένη τώρα από τις ρυτίδες του πόνου και της απόγνωσης”.

Η χρονιά ήταν το 1958 που άφηνα τις ακτές του όμορφου νησιού μου, της Σάμου της Ελλάδας. Ήμουν 26 χρόνων, πάνω στο “Begonia”, “Το καράβι με τις Νύφες”, μαζί με άλλες 900 νέες γυναίκες. Όλα κι όλα που είχα μαζί μου ήταν μια βαλίτσα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, μακριά από πολέμους και βάσανα.

Οι πρώτες βδομάδες, πάνω στο καράβι, ήταν εφιαλτικές. Τον περισσότερο χρόνο ήμουν κλεισμένη μέσα στην καμπίνα, που μοιραζόμουν με άλλες επτά γυναίκες και έκλαιγα. Τι έκανα; αναρωτιόμουν. Γιατί άφησα τον τόπο μου για να ζήσω σε μια ξένη γη;  Θα ξαναδώ, άραγε, τους δικούς μου ποτέ;

Kάθε βράδυ αυτά τα ερωτήματα με βασάνιζαν μέχρι που κουράζονταν τα μάτια μου, έκλειναν και τότε ονειρευόμουν τον τόπο μου”.

Η διάψευση των ονείρων χιλιάδων μεταναστών διαγράφεται στη συνέχεια της αφήγησης.

“Για την Αυστραλία είχα ακούσει ότι ήταν μια πολύ όμορφη χώρα, με μεγάλα κτίρια, απέραντες καταπράσινες εκτάσεις και γραφικά ακρογιάλια. Όλοι μιλούσαν για καλές δουλειές, ήσυχες ασφαλείς γειτονιές, όπου θα μπορούσαμε να αναστήσουμε οικογένειες”.

Η αφήγηση συνεχίζεται στον ίδιο τόνο:

“Κι όμως, όλα αυτά εμένα δεν με συγκινούσαν. Ήμουν πολύ νέα ακόμη κι εκείνο που ήθελα ήταν να είμαι με την οικογένειά μου στο νησί. Ακόμη κι αν το σπίτι μου το περικύκλωναν στρατιώτες, οι βόμβες κατέστρεφαν το χωριό μου στη Σάμο και το μόνο που είχαμε να φάμε ήταν χόρτα. Αυτό που είχε σημασία για μένα ήταν ότι θα ήμουν μαζί με τους δικούς μου ανθρώπους”.

Ακολουθούν οι πρώτες εντυπώσεις από τη Μελβούρνη, που είναι βέβαιο ότι εκφράζουν τα συναισθήματα ενός μεγάλου αριθμού νεομεταναστών:

“Το “Begonia” άραξε στο λιμάνι της Μελβούρνης 26 Ιουνίου. Ήταν μια απαίσια μέρα που ταίριαζε απόλυτα με τα συναισθήματά μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Δεν υπήρχε τίποτε από εκείνα που μού είχαν πει. Δεν υπήρχαν κτίρια, δεν υπήρχε πράσινο, δεν υπήρχαν βουνά. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, έτσι όπως έβλεπα αυτή την απαίσια εικόνα μπροστά μου. Αυτό που λεγόταν Πορτ Μελβούρνη (Port Melbourne). Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν όλοι αυτοί οι άντρες που ήταν μαζεμένοι εκεί, κουνούσαν τα μαντήλια τους και μας καλωσόριζαν στα ελληνικά. Ήταν νέοι άντρες που ήλπιζαν να βρουν εκεί τη σύντροφό τους”.

Στη συνέχεια, μιλά για τη μοναξιά που ένιωσε, τη στερημένη ζωή που έζησε τα πρώτα χρόνια που ακούει σήμερα η εγγονή και αποδίδει θαυμάσια, στα αγγλικά.

“Μέρες και χρόνια πέρασαν γεμάτα από δουλειά και μοναξιά. Είχα πολύ λίγα χρήματα και τα αγγλικά μου ήταν φτωχά, αλλά τα κατάφερνα να συνεννοούμαι. Δούλευα ως μασινίστρια σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που ήταν σε χωματόδρομο του Ελστερνγουίκ (Elsternwick). Τα χρήματα ήταν λίγα και δεν έφταναν ούτε για τα βασικά που χρειαζόμουν να επιβιώσω. Προσπάθησα, όμως, με αιματηρές οικονομίες να βάζω μερικά στην άκρη για το μέλλον μου. Έμενα σ΄ ένα σπίτι με τρεις άλλες οικογένειες, όπου για να μαγειρέψεις έπρεπε να ρίξεις ένα νόμισμα σε μια σχισμή, το ίδιο και για να ζεστάνεις νερό. Σφιγγόταν η καρδιά μου κάθε βράδυ, όταν γύριζα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον από τη δουλειά, από την άλλη, όμως, ήμουν ευγνώμων που είχα μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου”.

Το ερωτικό στοιχείο, ο γάμος, η οικογένεια, κάνουν την εμφάνισή τους στην ιστορία της σημερινής γιαγιάς, σε τόνους χαμηλούς, χωρίς έξαρση και μόνο με κάποια αδιόρατη σχεδόν υποψία συγκίνησης.

“Μερικές φορές μέσα στη βδομάδα, συναντιόμουν με κοπέλες που είχαμε έλθει μαζί με το ίδιο καράβι και, όπως μιλούσαμε ελληνικά, είχα την αίσθηση ότι ήμουν πίσω στο νησί μου, όπου ο θαλασσινός αέρας μ’ έκανε να νιώθω ανάλαφρη. Σ’ αυτούς τους κύκλους γνώρισα τον άντρα μου. Είχε κι εκείνος αφήσει τον τόπο του – το Άργος – προσπαθώντας να ξεφύγει από την πείνα του πολέμου και τις κακουχίες. Ήταν μόνο 15 χρόνων, μικρός για να πάει στον πόλεμο, γι’ αυτό και τον διέταξαν να μεταφέρει, πάνω στο άσπρο άλογό του, τους νεκρούς για να ταφούν στο χωριό.

Όταν ήλθε στην Αυστραλία, τον έστειλαν στην Μπονετζίλα (Bonegilla), ένα μεταναστευτικό κέντρο στη βόρεια Βικτώρια. Ήταν πολύ ωραίος άντρας. Ψηλός, με ωραίο παράστημα, αλλά πολύ πεισματάρης. Ήμουν τυχερή, όμως, που βρήκα έναν άντρα που μου φερόταν καλά. Η μέρα του γάμου μας δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερο. Μου έλειπε η μητέρα μου και οι δικοί μου. Αμέσως σχεδόν μετά, αγοράσαμε ένα μαγαζάκι στο Ελστερνγουίκ και το κάναμε γαλακτοζαχαροπλαστείο (Milk Bar). Mέναμε επάνω, σ’ έναν μικρό μεν, αλλά άνετο, χώρο. Εκεί απέκτησα τις δυο υπέροχες κόρες μου. Θυμάμαι πόσο έντονη ήταν η επιθυμία μου να τις βοηθήσω στη σχολική τους εργασία, όσο μπορούσα, για να αποκτήσουν την παιδεία που μου στέρησαν εμένα οι περιστάσεις όταν ήμουν μικρή”.

Στη συνέχεια, μιλά για το υπέροχο σπίτι που αγόρασαν, εκεί κοντά, έπειτα από χρόνια, σκληρής δουλειάς, ένα πελώριο σπίτι με λουλούδια και λαχανόκηπο που καλλιεργούσε η ίδια.

“Το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Κάτι που ξεκίνησε στο σκοτάδι, σήμερα λάμπει”, θα πει στη συνέχεια της αφήγησης, απαριθμώντας τα καλά της: “Ήλθα πριν από πενήντα χρόνια. Πού ήμουν και πού βρίσκομαι. Έχω έναν άντρα που νοιάζεται για μένα, δυο κόρες που με λατρεύουν, τέσσερα υπέροχα εγγόνια που λάμπουν σαν τα άστρα κάθε φορά που τα βλέπω, ένα άνετο σπίτι με τον δικό μου λαχανόκηπο, έχω τους φίλους μου στο ελληνικό κλαμπ που πηγαίνω κάθε Τετάρτη, τα ελληνικά κανάλια, τηλέφωνο, ένα αναπαυτικό κρεβάτι, ένα καλό φαγητό, μια τουαλέτα κανονική, χρήματα. Είμαι ευτυχισμένη”, θα πει, κάνοντας φανερά μια σύγκριση με το τι είχε στο χωριό.

Εντούτοις, τη μεγάλη πληγή που φαίνεται να μην έχει επουλωθεί, θα τη δείξει, με επιφύλαξη, στο τέλος:

“Δεν είδα τη μητέρα μου ξανά. Ακόμη έχω μπροστά μου ολοζώντανη την εικόνα της, την τελευταία φορά που την αντίκρισα, μέσα από το καράβι, στο λιμάνι να με αποχαιρετά. Μού λείπει τόσο πολύ και θα μου λείπει για πάντα, μέχρι να συναντηθούμε ξανά στην άλλη ζωή”.

Η προσπάθεια να μη φαίνεται, η σημερινή γιαγιά, αγνώμων στη χώρα που τη δέχτηκε 26 χρόνων κοπέλα, και που έζησε σ’ αυτήν μισό αιώνα, είναι στο τέλος της αφήγησης.

“Η Ελλάδα ήταν ο τόπος που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τώρα, όμως, τη βλέπω σαν όνειρο, σαν τον τόπο από τον οποίο, μισό αιώνα πριν, απέδρασα. Ήταν ο τόπος μου, όσο τον μοιραζόμουν με την οικογένειά μου. Τώρα δεν ζει κανείς. Η οικογένειά μου είναι εδώ και είμαι περήφανη να θεωρώ την Αυστραλία πατρίδα μου”.

Αυτή είναι μια ιστορία από τις δεκάδες που θα δουν το φως του… Διαδικτύου και της κρατικής αυστραλιανής τηλεόρασης.

Σ. Χατζημανώλης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Δελφοί, η Γη του Απόλλωνα

18 Σεπτεμβρίου 2009


Κίονες του ναού του Απόλλωνα.

Οι Δελφοί το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο του αρχαίου ελληνισμού παραμένει ακόμα και σήμερα ένας ισχυρός τόπος δύναμης, ένας τόπος όπου το φανταστικό και το πραγματικό συναντιούνται κάτω από το προστατευτικό φως του θεού Απόλλωνα. Ο «ομφαλός της γης», όπως είναι γνωστός ο τόπος μέχρι τις μέρες μας, βρίσκεται σε υψόμετρο 500-700 μ. χαρίζοντας στον επισκέπτη μια μοναδική θέα που συνδυάζει όλες τις φυσικές ομορφιές. Στην όμορφη αυτή περιοχή της αρχαίας Φωκίδας, ανάμεσα σε δύο πελώριους βράχους, τις Φαιδριάδες πέτρες, ήταν χτισμένο το Μαντείο των Δελφών, η δημιουργία του οποίου χάνεται μέσα στην αρχαιότητα. Το πώς και από ποιον δημιουργήθηκε αρχικά το Μαντείο δεν είναι εύκολο να βρεθεί, αφού πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η δράση του ανάγεται στην προκατακλυσμιαία εποχή, γεγονός που ενισχύεται και από τις διάφορες θεότητες που το προστάτευαν στο διάβα της ιστορίας: η Γη, στη συνέχεια η Θέμιδα, έπειτα ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος.

Καθώς η ιστορία άπλωνε περίτεχνα το πέπλο της πάνω από το Μαντείο των Δελφών, δημιουργήθηκαν διάφοροι μύθοι που εξιστορούσαν τις απαρχές του. Επομένως, είναι ιδιαίτερα δύσκολο έως και ακατόρθωτο για τον ιστορικό ερευνητή να διαπιστώσει αν υπάρχουν ψήγματα αλήθειας σε αυτές τις διηγήσεις, καθώς και να τις αποκωδικοποιήσει.
Ένας από τους πιο γνωστούς μύθους δημιουργίας του Μαντείου, ο οποίος διασώθηκε από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη μιλάει για έναν βοσκό, ο οποίος καθώς έβοσκε το κοπάδι του στην περιοχή διαπίστωσε ότι από ένα άνοιγμα, δίπλα στις Φαιδριάδες πέτρες, έβγαιναν διάφορες αναθυμιάσεις. Παρατήρησε μάλιστα ότι τα ζώα που πλησίαζαν στο άνοιγμα αποκτούσαν μια πολύ περίεργη συμπεριφορά. Πλησιάζοντας, λοιπόν, και ο ίδιος στο χάσμα για να δει τι συμβαίνει άρχισε να λέει διάφορα ακατάληπτα πράγματα πέφτοντας σε έκσταση, λόγια τα οποία εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι προέλεγαν τα μελλούμενα. Από τότε εγκαταστάθηκε στο σημείο εκείνο μια ιέρεια, η Πυθία και άρχισε να λειτουργεί το Μαντείο. Ένας άλλος μύθος θέλει τον ήρωα Παρνασσό, το όνομά του οποίου δόθηκε στο ομώνυμο βουνό, ν’ ανακαλύπτει σ’ εκείνη την περιοχή την οιωνοσκοπία, μαντεύοντας από τον τρόπο που πετούσαν τα πουλιά της περιοχής.

Στην Ομηρική Οδύσσεια, στην Ραψωδία Θ’ γίνεται αναφορά στο Μαντείο των Δελφών, χωρίς όμως να δίνονται επιπλέον πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο ίδρυσής του. Επιπλέον πληροφορίες παίρνουμε από άλλα τρία κείμενα: τον Ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα και τις τραγωδίες Ευμενίδες του Αισχύλου και Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη. Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο εις Απόλλωνα Πύθιον, ο Απόλλων έχτισε τον πρώτο του ναό στους Δελφούς, αφού σκότωσε πρώτα τον δράκοντα με μορφή φιδιού Πύθωνα, από το όνομα του οποίου φαίνεται να προήρθαν μετέπειτα και τα ονόματα Πυθώ, Πυθία, Πύθιος κλπ. Θέλοντας ο θεός να εξαγνίσει τον χώρο από τη παρουσία του θηρίου έφερε εκεί το ιερό του δέντρο, τη δάφνη, με την οποία έχτισε μάλιστα και τον πρώτο του ναό.

Στο μέρος αυτό χρησμοδοτούσε ο Απόλλων διά στόματος της Πυθίας, η οποία καθόταν πάνω σ’ ένα γήινο χάσμα από το οποίο έβγαιναν αναθυμιάσεις. Μάλιστα σύμφωνα με τον ύμνο, οι πρώτοι ιερείς του ναού ήταν Κρήτες, τους οποίους έσωσε ο ίδιος ο θεός με τη μορφή δελφινιού μεταφέροντάς τους στην πλάτη του σ’ εκείνη την περιοχή. Σε ερώτησή τους προς το θεό πως θα καταφέρουν να επιβιώσουν σε αυτό τον τόπο, εκείνοι που ήταν συνηθισμένοι να ζουν κοντά στη θάλασσα, ο θεός τους απάντησε ότι θα ζήσουν από τις προσφορές των πιστών. Έτσι, λοιπόν, φαίνεται ότι οι Κρήτες έφεραν στον τόπο τη λατρεία του Απόλλωνα Δελφίνιου και μάλλον από αυτούς ονομάστηκε το μέρος Δελφοί. Ο μύθος αυτός επιβίωσε σε διάφορες εορταστικές αναπαραστάσεις που λάμβαναν χώρα στους Δελφούς με αποκορύφωμα τα Πύθια, τα οποία περιελάμβαναν μουσικούς διαγωνισμούς κι αθλητικούς αγώνες και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.

Στην τραγωδία Ευμενίδες ο Αισχύλος μας παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή. Η πρώτη προφήτισσα στους Δελφούς ήταν η θεά Γη την οποία διαδέχθηκε η κόρη της Θέμις. Στη συνέχεια ήρθε η Τιτάνιδα Φοίβη, κόρη επίσης της Γης και έπειτα ήρθε ο Απόλλων, ο οποίος προφανώς και ονομάστηκε Φοίβος από τη Φοίβη. Στο μύθο του Αισχύλου, ο Απόλλων φαίνεται να ήρθε από τη Δήλο και να εγκαταστάθηκε στον τόπο χωρίς να χρειαστεί να φονεύσει τον Πύθωνα.

Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη, αναφέρεται ότι ο Απόλλων ενώ ήταν ακόμα βρέφος έφτασε μαζί με τη μητέρα του Λητώ από τη Δήλο στον Παρνασσό κι εκεί κατέλαβε το μαντείο, αφού πρώτα σκότωσε το τεράστιο τέρας που το φύλαγε. Η Γη όμως θύμωσε γιατί με αυτό τον τρόπο εκδιώχθηκε βίαια από το μαντείο η κόρη της η Θέμις κι άρχισε να στέλνει προφητικά όνειρα στους ανθρώπους, με σκοπό ν’ αποδυναμώσει τη δύναμη του θεού Απόλλωνα. Το πρόβλημα επιλύθηκε τελικά με παρέμβαση του Δία, ο οποίος πήρε το μέρος του Απόλλωνα δίνοντάς του την εξουσία.

Διαπιστώνουμε μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά παραδείγματα ότι υπήρχαν διάφοροι μύθοι σχετικά με το από ποιον και κάτω από ποιες συνθήκες ξεκίνησε να λειτουργεί το Δελφικό Μαντείο, το όποιο με τον καιρό εξελίχθηκε σε θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας Ελλάδας.


Η Πυθία κρυμμένη πίσω από το παραπέτασμα δίνει χρησμούς μασώντας δάφνη και πίνοντας νερό από την Κασσιώτιδα πηγή.

Η πρακτική της χρησμοδοσίας

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη μαντικής τα οποία χρησιμοποιούνταν και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή, όπως η οιωνοσκοπία, η σπλαγχνοσκοπία, η ονειρομαντεία, η κληρομαντεία, η αστρολογία κλπ. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν μοιρολάτρες. Αντιθέτως μελετούσαν τη φύση και προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μηνύματά της ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τις δομές του παρόντος και να μπορέσουν να πορευτούν σωστά και στο μέλλον. Δεν θα πρέπει επομένως να τους κρίνουμε με βάση τον σημερινό τρόπο σκέψης, μιας και ζούμε σε πολύ διαφορετικούς καιρούς. Επίσης, πριν προχωρήσουμε παρακάτω κι αρχίσουμε να μιλάμε για τη μαντική τέχνη όπως αυτή χρησιμοποιούνταν στο Δελφικό Μαντείο, καλό θα ήταν να επισημάνουμε τον πολύ χρήσιμο διαχωρισμό που επιχείρησε ο Δ. Δημόπουλος στο βιβλίο Στο άδυτο των ελληνικών μαντείων. Χωρίζει, λοιπόν, τη μαντική σε δύο είδη: την «έντεχνο μαντική» και την «ένθεο μαντική». Με τον όρο «έντεχνο μαντική» εννοεί κάθε μορφή μαντικής, η οποία γίνεται μέσω «προφητών», οι οποίοι προλέγουν το μέλλον διαβάζοντας διάφορα φυσικά σημάδια. Η μορφή αυτή δεν είναι όμως αξιόπιστη μιας και το αποτέλεσμα εξαρτάται άμεσα από την ευσυνειδησία αλλά και την ερμηνευτική ικανότητα των λειτουργών του. Ενώ, η «ένθεος μαντική» αναφέρεται στις προφητείες που δίνονταν στους πιστούς από τον ίδιο τον θεό μέσω των αντιπροσώπων του. Τέτοια είναι κι η περίπτωση του Δελφικού Μαντείου, όπου η Πυθία χρησμοδοτούσε διά στόματος του θεού. Αυτό είναι και το είδος της μαντικής τέχνης που εξυψώνει τον άνθρωπο, γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να υποβιβάζεται στο επίπεδο της «εντέχνου μαντικής». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι το μόνο είδος μαντικής που έχει επιβιώσει και χρησιμοποιείται μαζικά από εκατομμύρια ανθρώπους είναι η «έντεχνος μαντική», ενώ η «ένθεος μαντική» χάθηκε μαζί με την καταστροφή των μαντείων.

Όπως ήταν φυσικό, οι πιστοί είχαν σε πολύ υψηλή εκτίμηση τους χρησμούς που έδινε το Μαντείο καθώς θεωρούσαν ότι τους μιλάει ο ίδιος ο Απόλλων. Η Πυθία και οι ιερείς του Μαντείου ήταν απλά τα φερέφωνα του θείου λόγου. Η πρόσβαση στο Μαντείο ήταν ελεύθερη σε κάθε πιστό που ήθελε να συμβουλευτεί τον θεό, όχι όμως και σε οποιοδήποτε ήθελε να παρίσταται στην τελετή από περιέργεια. Η είσοδος στο ιερό απαγορευόταν μόνο στις γυναίκες. Μπορούσαν όμως να στείλουν κάποιον αντιπρόσωπο για να θέσει στην Πυθία αντί γι’ αυτές τα ερωτήματά τους.

Ο Πλούταρχος στα Ηθικά αναφέρει ότι η Πυθία αρχικά χρησμοδοτούσε μια φορά τον χρόνο, στις 7 του μήνα Βυσίου (μέσα Φεβρουαρίου-Μαρτίου), μέρα των γενεθλίων του Απόλλωνα. Από τον 6ο αιώνα π.Χ. όμως που οι πιστοί άρχισαν να πληθαίνουν, το Μαντείο άρχισε να χρησμοδοτεί στις 7 κάθε μήνα, πλην των «αποφράδων ημερών», όπου δεν μπορούσε να δώσει χρησμό η Πυθία και τους τρεις χειμερινούς μήνες, τότε που ο Απόλλωνας ταξίδευε στους Υπερβορείους και την εξουσία του ιερού χώρου αναλάμβανε ο αδερφός του Διόνυσος.

Η διαδικασία που θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουν όλοι όσοι ζητούσαν χρησμό ήταν η εξής: κατ’ αρχήν πριν μπουν στο άδυτο, έπρεπε να πληρώσουν στους ιερείς τον «πέλανο», ένα είδος γλυκού, και να φέρουν κάποια ζώα για τις θυσίες που γίνονταν πριν τη χρησμοδοσία. Επίσης, έπρεπε να γνωστοποιήσουν στους ιερείς εκ των προτέρων τα ερωτήματά τους. Στη συνέχεια καθοριζόταν με κλήρωση η σειρά με την οποία θα έμπαιναν στο ιερό για να πάρουν τον χρησμό τους. Σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, κάποιοι πιστοί απολάμβαναν για τιμητικούς λόγους το δικαίωμα της «προμαντείας», έπαιρναν δηλαδή χρησμό πριν από τους υπόλοιπους. Σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία έπαιζε ο εξαγνισμός στην Κασταλία πηγή, που αφορούσε τόσο την Πυθία όσο και τους ιερείς και αυτούς που ζητούσαν χρησμό. Αφού, λοιπόν, εξαγνίζονταν έμπαιναν μέσα στο άδυτο κι οδηγούνταν σε μία ειδική θέση μπροστά στη Πυθία, χωρίς όμως να μπορούν να τη δουν. Τους χώριζε ένα παραπέτασμα. Η Πυθία μασώντας φύλλα δάφνης και πίνοντας νερό από την Κασσωτίδα πηγή άκουγε τα ερωτήματά και χρησμοδοτούσε. Οι χρησμοί ήταν συνήθως έμμετροι, σε δακτυλικό εξάμετρο αν και καθοριστικό ρόλο για το ποιο ακριβώς θα ήταν το μέτρο του χρησμού έπαιζε πάντα το είδος του, σε ποιον δινόταν αλλά και ο βαθμός του προβλήματος. Κάποιες φορές η Πυθία κατέφευγε και σε κληρομαντεία, ειδικά όταν τα ερωτήματα αφορούσαν διαζευκτικές ερωτήσεις κι όταν δεν υπήρχε πολύς χρόνος για χάσιμο. Επειδή ο λόγος της Πυθίας ήταν συνήθως δυσκολονόητος και γεμάτος γρίφους, οι ιερείς του ναού καλούνταν ν’ αποκωδικοποιήσουν και να μεταφέρουν το μήνυμα του θεού στους χρηστηριαζόμενους.

Είπαμε όμως λίγο πιο πάνω ότι υπήρχαν κάποιες μέρες που η Πυθία δεν μπορούσε να χρησμοδοτήσει. Οι ιερείς του Μαντείου για να διαπιστώσουν αν ο θεός επιθυμούσε να απαντήσει μέσω της Πυθίας στις ερωτήσεις των πιστών κατέβρεχαν με κρύο νερό μια κατσίκα. Αν το ζωντανό έτρεμε, τότε εκείνη τη μέρα μπορούσε να χρησμοδοτήσει η Πυθία. Αν δεν έτρεμε, τότε όλοι οι πιστοί καλούνταν να έρθουν μια άλλη μέρα. Ο Πλούταρχος, ο οποίος υπήρξε κι ο ίδιος ιερέας του Δελφικού Μαντείου, κάνει λόγο για μια περίπτωση όπου ενώ η κατσίκα δεν άρχισε να τρέμει, οι ιερείς της έριξαν παγωμένο νερό ώστε να εκβιάσουν τη διαδικασία. Η Πυθία άρχισε να χρησμοδοτεί εκείνη τη μέρα παρά τη θέληση τη δική της αλλά και του θεού. Από το στόμα της όμως άρχισαν να βγαίνουν κάποιες άναρθρες κραυγές λες και είχε καταληφθεί από δαίμονα και ουρλιάζοντας πετάχτηκε έξω από το ιερό, τρομάζοντας όλους όσοι παρευρίσκονταν μέσα σ’ αυτό. Σε λίγες μέρες η Πυθία πέθανε.


Πίνακας του Εντιμότατου Τζον Μάλερ Κόλερ με τίτλο Η ιέρεια των Δελφών.

Πυθία, η εκπρόσωπος του Απόλλωνα

Η Πυθία για να αποσαφηνίσουμε μια συχνή παρανόηση δεν ήταν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά τίτλος που δινόταν στις προφήτισσες του Απόλλωνα που επιλέγονταν για να αφιερώσουν τη ζωή τους στην υπηρεσία του. Αρχικά, οι πρώτες Πυθίες ήταν νεαρές, παρθένες κοπέλες. Μετά από ένα συμβάν όμως όπου ένας άνδρας που είχε έρθει να ζητήσει χρησμό, ερωτεύτηκε μια Πυθία και την έκλεψε, οι Πυθίες ήταν γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, γύρω στα 50, συνήθως παντρεμένες με παιδιά. Από τη στιγμή όμως που μια γυναίκα με οικογένεια καλούνταν να υπηρετήσει τον Απόλλωνα, εγκατέλειπε το σπίτι και την οικογένειά της κι έμενε σ’ ένα συγκεκριμένο οίκημα εντός του ναού για να διατηρείται αμόλυντη. Φορούσε άσπρα ρούχα και ζούσε με βάσει τους κανονισμούς που της είχαν θέσει εξ αρχής οι ιερείς. Δεν χρειαζόταν να έχει κάποια συγκεκριμένη μόρφωση, ούτε και κάποιες ικανότητες ενόρασης ή διορατικότητας. Στην αρχή ήταν μία η Πυθία. Όσο όμως τα χρόνια περνούσαν κι η φήμη του Μαντείου μεγάλωνε οι Πυθίες ήταν συνήθως τρεις.

Το ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι γυναίκες, με ποια κριτήρια επιλέγονταν αλλά και πως ακριβώς έρχονταν σε επαφή με το θείο και χρησμοδοτούσαν, είναι ερωτήσεις που δύσκολα μπορούν να βρουν απάντηση. Παρ’ όλο που έχουν σωθεί πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που είτε διετέλεσαν ιερείς του ναού, είτε έφτασαν στους Δελφούς για να ζητήσουν τη συμβολή του θεού, η αρχαιολογική σκαπάνη δεν έχει φέρει μέχρι στιγμής στο φως κάποια ευρήματα που θα μπορούσαν να διαλευκάνουν το μυστήριο της χρησμοδοσίας. Μάλιστα, η έρευνα των αρχαιολόγων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτή την περιοχή δεν υπήρχε κάποιο χάσμα γης απ’ το οποίο να εκλύονταν αναθυμιάσεις. Όπως καταλαβαίνουμε, το κουβάρι περιπλέκεται ακόμα περισσότερο γεννώντας νέα ερωτήματα.

Το Μαντείο κι ο ρόλος του στην αρχαία ελληνική ιστορία

Όσο παράξενη και να μας φαίνεται σήμερα όλη αυτή η διαδικασία, θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν προβλημάτιζε καθόλου τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι έσπευδαν σωρηδόν για να συμβουλευτούν το Μαντείο. Η εμπιστοσύνη τους στη δύναμη του Μαντείου ήταν τόσο μεγάλη που το συμβουλεύονταν για πλείστα θέματα, τόσο για πολιτικά όσο και για προσωπικά ζητήματα. Όχι μόνο φτωχοί άνθρωποι αλλά και βασιλιάδες κατέφευγαν στο Μαντείο ή έστελναν τους αντιπροσώπους τους προκειμένου να ζητήσουν βοήθεια από τον θεό. Πολλές φορές κατέφθαναν και αντιπροσωπείες από πόλεις που είχαν πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή και ζητούσαν εξιλέωση. Σε περιόδους κρίσης το πρώτο πράγμα που έκαναν οι Έλληνες πριν αναλάβουν δράση ήταν να συμβουλευτούν το Μαντείο. Ο πιο σημαντικός ρόλος όμως που έπαιξε το Μαντείο των Δελφών έχει να κάνει με τη στάση που κράτησε και τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τους αποικισμούς που έλαβαν χώρα τον 8ο – 6ο αιώνα π.Χ.


Ο Ορέστης κατέφυγε στο Μαντείο για να ζητήσει εξιλέωση από τον Απόλλωνα για το δολοφονία της μητέρας του.

Κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων οι Έλληνες αποίκισαν τα παράλια της Μικράς Ασίας, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο, την Κάτω Σικελία και έφτασαν μέχρι και τα παράλια της Αφρικής, ιδρύοντας εκατοντάδες αποικίες, οι περισσότερες εκ των οποίων επρόκειτο να σημειώσουν μια λαμπρή πορεία που έμελλε να αλλάξει για πάντα τον ελληνισμό και τον υπόλοιπο κόσμο. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας θα πρέπει ν’ αποδοθεί και στο Μαντείο των Δελφών ο ρόλος του οποίου, όπως φαίνεται από τα ιστορικά στοιχεία, ήταν μείζονος σημασίας.
Οι άποικοι ξεκινώντας να καταλάβουν μια ξένη περιοχή, πολύ μακριά από τη γενέτειρά τους γνώριζαν πολύ καλά ότι θα καλούνταν ν’ αντιμετωπίσουν μεγάλους κινδύνους. Γι’ αυτό και είχαν ανάγκη από τη βοήθεια και την ευλογία των θεών, την οποία επιδίωκαν να ζητήσουν από τον θεό Απόλλωνα, μιας και το Μαντείο αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεξοχήν θρησκευτικό κέντρο του Ελλαδικού χώρου. Ο Απόλλωνας, όπως φαίνεται από τους χρησμούς που έχουν σωθεί, άλλες φορές έδινε απλά τη συγκατάθεση και την ευλογία του κι άλλες φορές τους υποδείκνυε ακόμα και σε ποια ακριβώς περιοχή να πάνε ή όριζε ο ίδιος τον επικεφαλής του αποικισμού.


Εκατοντάδες τουρίστες κάθε χρόνο επισκέπτονται τους Δελφούς για να νιώσουν τη μαγεία που εκπέμπει αυτός ο τόπος.

Ενδεικτικά παραθέτουμε έναν μεταφρασμένο χρησμό που δόθηκε από το Μαντείο στον Περδίκκα τον Α’ σχετικά με τον αποικισμό των Αιγών (όπου αίγα=κατσίκα), της πρώτης πρωτεύουσας των Μακεδόνων. Του είπε λοιπόν ο θεός:

Υπάρχει βασιλική δύναμη γης πλουτοφόρας
για τους ευλαβείς γιους του Τημένου, γιατί τη
δίνει ο Δίας που κρατά αιγίδα. Όμως πήγαινε
γρήγορα στη Βοττιαία γη με τα πολλά κοπάδια.
Κι εκεί, όπου θα συναντήσεις ασημοκέρατες
γίδες άσπρες σαν το χιόνι να κοιμούνται, στο
έδαφος εκείνης της γης θυσίασε στους
μακάριους θεούς και χτίσε την ακρόπολη της
πόλης.

Το Μαντείο των Δελφών κατάφερνε επί αιώνες να συσπειρώνει θρησκευτικά τους απανταχού Έλληνες συνδυάζοντας αρμονικά τη λογική και τη μεταφυσική, κάτι που στις μέρες μας θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο, έως κι ακατόρθωτο. Το Μαντείο κατόρθωσε να παραμείνει ζωντανό όλους αυτούς τους αιώνες της ακμής του ελληνικού πολιτισμού. Ακόμα κι όταν εκείνος παρήκμασε προσπάθησε με κάθε δυνατό τρόπο να κρατηθεί και να συνεχίσει το έργο του. Μόνο όταν η παλιά θρησκεία πέθανε οριστικά μέσα στις καρδιές των ανθρώπων κι αντικαταστάθηκε από τον χριστιανισμό, μόνο τότε το Μαντείο έπαψε να λειτουργεί κι η Πυθία σταμάτησε να χρησμοδοτεί στο όνομά του Απόλλωνα. Γνωστός είναι άλλωστε ο χρησμός που δόθηκε από το Μαντείο στον αυτοκράτορα Ιουλιανό που προσπαθώντας ν’ αναβιώσει την αρχαία ελληνική πίστη επιχείρησε ν’ αναβιώσει και πάλι το Μαντείο:

Να πείτε στον βασιλιά ότι σωριάστηκε κάτω η
πλουμιστή αυλή. Ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία
ούτε προφητική δάφνη ούτε πηγή που μιλά. Και
το φλύαρο νερό έχει στερέψει.

Συγγραφέας: Ράνια Ιωάννου (melian)
Αρθρο μέλους

Αναδημοσίευση από εδώ

helectra