Οι Έλληνες στη Ρουμανία το 19ο αιώνα

Posted: 8 Οκτωβρίου 2008 in ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Την ανάγκη να συνεργαστούν σε βάθος οι Έλληνες και οι Ρουμάνοι ιστορικοί, προκειμένου να βρούν κοινό τόπο στον τρόπο παρουσίασης της ιστορίας των Ελλήνων Φαναριωτών, τόνισαν οι συμμετέχοντες στην επιστημονική συνάντηση, με θέμα «Οι Έλληνες στη Ρουμανία το 19ο αιώνα», που διοργάνωσε στο Βουκουρέστι το Ιστορικό Αρχείο της Alpha Bank.

Η συζήτηση εστίασε στη μελέτη της ύστερης Φαναριώτικης περιόδου και οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι η ιστορική αυτή εποχή θα πρέπει να παρουσιάζεται κατά κοινό τουλάχιστον τρόπο στα ρουμανικά και ελληνικά ιστορικά βιβλία.

Απαντώντας στην παρατήρηση ενός εκ των Ελλήνων ιστορικών ότι οι Φαναριώτες θεωρούνταν αρνητικοί χαρακτήρες, ο κ. Ματέι Καζάκου από το Εθνικό Κέντρο Πανεπιστημιακών Ερευνών του Παρισιού τόνισε ότι ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος (γιος του Νικόλαου Μαυροκορδάτου/ 1680-1730) υπήρξε μια καινοτόμα προσωπικότητα κι ένας από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές στη ρουμανική ιστορία πριν από τον 19ο αιώνα.

Ο κ. Καζάκου επισήμανε, επίσης, ότι ο Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος, ο Γρηγόριος Γκίκας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ο Σκαρλάτος Καλλιμάχης και άλλοι ηγεμόνες της περιοχής ήταν κατ’ εξοχήν μεταρρυθμιστές σε όλους τους τομείς: στη διοίκηση, τη φορολόγηση, τη νομοθεσία, τον πολιτισμό, την εκκλησία, την κοινωνία, την αστικοποίηση. «Όχι μόνο διατήρησαν, αλλά συνέβαλαν και στην περαιτέρω ανάπτυξη των Ακαδημιών του Ιασίου και του Βουκουρεστίου, έχτισαν νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και βιομηχανίες, ανέπτυξαν το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο στη ρουμανική όσο και στην ελληνική γλώσσα», τόνισε και πρόσθεσε: «Το μεγάλο δικαστήριο της Ιστορίας καταδίκασε τους Φαναριώτες, αλλά μόνο ξεχωριστά ως άτομα, όχι ως ομάδα».

«Οι Έλληνες στη Ρουμανία δημιούργησαν ζωντανές κοινότητες, κάθε μία με τη δική της οργάνωση, έχτισαν εκκλησίας και σχολεία, τα σημαντικότερα εκ των οποίων βρίσκονται στη Μπράιλα, το Γαλάτσι, τη Σουλίνα, την Τουλτσέα, το Βουκουρέστι και αλλού. Εικάζεται ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Ρουμανίας στα μέσα του 19ου αιώνα είχε φτάσει τα 35.000-40.000 άτομα, ενώ κατά το τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν ο Ελληνισμός της Ρουμανίας έφτασε στην ακμή του, δεν ξεπερνούσε τα 60.000 άτομα», τόνισε από την πλευρά της, η Ευαγγελία Γεωγιτσογιάννη από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.

Σύμφωνα με την ίδια, οι Έλληνες της Ρουμανίας τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο επιδείκνυαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους τομείς των Τεχνών και των Γραμμάτων και ήταν ιδιαίτερα αναμεμειγμένοι στην ανάπτυξη των επιστημών στη χώρα, αναπτύσσοντας παράλληλα μεγάλη δράση στον εκδοτικό τομέα (τόσο στην έκδοση βιβλίων όσο και εφημερίδων).

Στην ομιλία της, η κ. Γεωργιτσογιάννη παρουσίασε τους Έλληνες της Ρουμανίας τον 19ο αιώνα και μέσα από τα ταφικά μνημεία μεγάλων οικονομικών παραγόντων της εποχής, ιδιαίτερα τραπεζικών, όπως οι Χρυσοβελόνης και Ζερλέντης, αλλά και μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων.

Οικογένεια Χρυσοβελόνη

Κεντρικό πρόσωπο της οικογένειας ήταν ο Νικόλας Χρυσοβελόνης (1838-1913), ο οποίος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο πατέρας του είχε καταγωγή από την Χίο. Τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του ασχολήθηκαν με το εμπόριο δημητριακών και τις τραπεζικές δραστηριότητες. Ο Νικόλας Χρυσοβελόνης έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας στο Βουκουρέστι, ενώ μετά το θάνατο του, ο γιος του ήταν εκείνος που ανέλαβε τα «ηνία» της οικογένειας και έστησε την Τράπεζα Χρυσοβελόνη, που λειτουργούσε έως το 1948, οπότε και την έκλεισε το κομμουνιστικό καθεστώς.
Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο Γκιντίγκενι, όπου βρισκόταν και η έπαυλη των Χρυσοβελόνηδων, με γήπεδο τένις κι ένα εκκλησάκι.

Οικογένεια Ζερλέντη

Κεφαλή της οικογένειας ήταν ο Λεωνίδας Ζερλέντης, ο οποίος καταγόταν από τη Χίο. Αυτός ίδρυσε στο Βουκουρέστι μια εταιρία εμπορικών και τραπεζικών δραστηριοτήτων και μετά το θάνατό του, το 1856, οι γιοι του Χριστόφης και Αχιλλέας ανέλαβαν τη διοίκηση της εταιρίας. Ο Αχιλλέας παραιτήθηκε λίγο αργότερα για λόγους υγείας και ο Χριστόφης ίδρυσε μια τράπεζα και μια ασφαλιστική εταιρία, την «Εθνική». Η τράπεζα «Χρ. Λ. Ζελέντης» λειτούργησε επί 20 χρόνια και συνέβαλε στην ανάπτυξη του εμπορίου και της γεωργίας στη Ρουμανία. Ο Χριστόφης Ζελέντης εξελέγη επίσης γερουσιαστής, ενώ διετέλεσε και δημοτικός σύμβουλος στο Βουκουρέστι, όπου και ίδρυσε ένα νοσοκομείο, στο όνομά του. Ο τάφος της οικογένειας Ζελέντη βρίσκεται στο νεκροταφείο Μπέλου του Βουκουρεστίου και μοιάζει με μικρό ναό, ιωνικού ρυθμού.

Η οικογένεια Ζάππα

Ο επικεφαλής της οικογένειας ήταν ο Ευάγγελος Ζάππας (1800-1860). Υπήρξε μεγάλος γαιοκτήμονας και βιομήχανος, με καταγωγή από τη βόρεια Ήπειρο. Το 1821, σε νεαρή τότε ηλικία, συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση. Το 1831 μετανάστευσε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όπου ανέπτυξε διάφορες δραστηριότητες και απέκτησε μεγάλη περιουσία. Υπήρξε μια σημαντική προσωπικότητα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της Βλαχίας και «χορηγός» της δημιουργίας του ρουμανικού κράτους.

Η οικογένεια Ζάππα, που είχε στην ιδιοκτησία της διάφορες εργοστασιακές μονάδες κι ένα ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι, ήταν γνωστή για το φιλανθρωπικό της έργο. Ο Ευάγγελος Ζάππας πρωτοστάτησε κι έπαιξε κύριο ρόλο στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, ενώ μεταξύ των έργων με τα οποία έχει συνδεθεί το όνομά του είναι το Ζάππειο Μέγαρο, διάφορα σχολεία στην Ήπειρο, την Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη. Ο οικογενειακός τάφος βρίσκεται στο Μπροστένι, στην επαρχία της Ιαλομίτα.

Η οικογένεια Σπανδωνίδη

Τους προγόνους και απογόνους της οικογένειας Σπανδωνίδη παρουσίασε στην ομιλία της η Ιλεάνα Καζάν από το Ινστιτούτο Ιστορίας «Nicolae Iorga» του Βουκουρεστίου, επισημαίνοντας- μεταξύ άλλων- ότι η οικογένεια πρωτοεγκαταστάθηκε στη Ρουμανία το 19ο αιώνα, με καταγωγή από το Μελένικο (σήμερα βρίσκεται στη Βουλγαρία). Η οικογένεια Σπανδωνίδη είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και επιρροή στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 15ου αιώνα, ενώ στη συνέχεια μετανάστευσε στη Βενετία, προτού τελικά βρεθεί στη Ρουμανία.

Το 1648, ο Σκαρλάτος Σπανδωνίδης, σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, ήταν καθηγητής φιλοσοφίας στην Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Αυτός ο χαρακτήρας συνδέεται στενά με τη μελλοντική εξέλιξη της οικογένειας Σπανδωνίδη στη ρουμανική επικράτεια. Το όνομά του αναφέρεται στα βιβλία μιας ελληνικής εταιρίας στο Μπρασόφ, στα τέλη του 17ου αιώνα και εικάζεται πως είχε λάβει πολύ υψηλή μόρφωση.

Σύμφωνα δε με τη Ρουμάνα ιστορικό, Όλγα Τσιτσάντσι, ο Σκαρλάτος Σπανδωνίδης ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο προσωπικός δάσκαλος των παιδιών του ηγεμόνα της Μολδαβίας, Κωνσταντίνου Δούκα. Αργότερα, ο Σκαρλάτος Σπανδωνίδης εικάζεται πως είχε αναπτύξει στενές φιλικές σχέσεις με τον ηγεμόνα Κωνσταντίνο Καντακουζηνό.  Σήμερα, απόγονοι της οικογένειας ζουν στη Ρουμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Ελβετία και τη Γαλλία.

Ι. Ράντου

Πηγή : ΑΠΕ

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.