Αρχείο για 4 Οκτωβρίου 2009

Μόλις έξι πετρογέφυρα «δάμαζαν», κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, τον Πηνειό, κατά μήκος των 225 χιλιομέτρων πεδινής διαδρομής του, από το χάνι Μουργκάνη της Καλαμπάκας, μέχρι τις εκβολές του στον Θερμαϊκό Κόλπο. Τις τότε ανάγκες διάβασης του Πηνειού συμπλήρωναν πλωτά μέσα (βάρκες, σχεδίες κ.ά.), τα πορθμεία, οι «περαταριές», που λειτουργούσαν όταν το επέτρεπε ο Σαλαμπριάς και δεν είχε πολύ «φουσκωμένα» τα νερά του, οι ξυλογέφυρες, αλλά και οι ράμπες διάβασης μέσα στο νερό (πόροι). Μεταγενέστερα, χρησιμοποιήθηκαν και μικτές κατασκευές, αποτελούμενες από λίθινα βάθρα και φορείς ξύλινους ή μεταλλικούς.

20090827141119gefura 1

Τα παραπάνω ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Αντώνης Γαλερίδης, πολιτικός μηχανικός, μέλος του συλλόγου φίλων του ποταμού Πηνειού και παραποτάμιου πολιτισμού, «ταξιδεύοντάς» μας σε μια νοητή πλοήγηση στο ζωοδότη ποταμό. Διευκρίνισε πως οι λόγοι της μικρής πυκνότητας των έξι γεφυριών του Πηνειού, στα 225 χιλιόμετρα της διαδρομής του, συνοψίζονται, ουσιαστικά, σ’ έναν: Στο μεγάλο κόστος κατασκευής τους, που δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί από τους «παπάδες ή πασάδες», που σύμφωνα με τη γνωστή λαϊκή έκφραση, ήταν οι χορηγοί των πετρογεφυρών στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι, ο σημαντικότερος «γεφυροποιός της Θεσσαλίας», σημειώνει ο ίδιος, ήταν ο μητροπολίτης Λάρισας Βησσαρίων, ο οποίος, με χορηγίες του, μέσω εράνων που έκανε, έχτισε τρία από τα σημαντικότερα γεφύρια της Θεσσαλίας, το γεφύρι του Κοράκου στον Ασπροπόταμο, της Πόρτας στον Πορταϊκό και της Σαρακήνας στον Πηνειό, αλλά και άλλα μικρότερα. Σήμερα, σύμφωνα με τον κ. Γαλερίδη, σώζεται το γεφύρι της Σαρακίνας και τμήματα του γεφυριού της εξόδου των Τεμπών.

Ξεκινώντας τη νοητή αυτή πλοήγησή μας στον Πηνειό, στο πεδινό τμήμα του, λίγο κατάντη της Καλαμπάκας, ατενίζουμε το επιβλητικό γεφύρι της Σαρακήνας. Έργο του μητροπολίτη Λάρισας Βησσαρίωνα, που θεμελιώθηκε μετά το 1520, ένωνε τα χωριά του Ασπροπόταμου με την Καλαμπάκα. Το συνολικό μήκος του είναι 120 μέτρα. Αρχικά, ήταν εξάτοξο, με τρία ανακουφιστικά ανοίγματα σε κάθε κεντρικό του μεσόβαθρο και δύο σε κάθε ακραίο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, κατέρρευσε λόγω υποσκαφής το δεύτερο από τη δεξιά όχθη του βάθρο του. Το έργο επισκευής ανέλαβε αργότερα ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας, προσθέτοντας ακόμα ένα μεσόβαθρο.

Αφήνοντας πίσω μας τη Σαρακήνα, συναντάμε τις Περαταριές της Φωτάδας και του Παραπόταμου, σταματώντας στην Περαταριά του Καραβόπορου, όπου διακρίνουμε υπολείμματα βάθρων δύο γεφυριών. Φαίνεται, εξηγεί ο κ. Γαλερίδης, ότι το μικρό πλάτος του Πηνειού, δημιουργώντας μεγάλες ταχύτητες ροής, ανέτρεψε τα δύο γεφύρια. Για το λόγο αυτό, δεν ξαναεπιχειρήθηκε ανακατασκευή, αλλά τα γεφύρια αντικαταστάθηκαν με περαταριά.

Διασχίζοντας την πεδιάδα των Τρικάλων, συναντάμε το «σανιδωτό» γεφύρι των Μ. Καλυβιών και την περαταριά του και στη συνέχεια τις περαταριές Αγ. Κυριακής, Αγναντερού, Γλίνου, Νομής, Κόρδας, Γεωργνάδων, Κλοκωτού, φτάνοντας στο γεφύρι του Αλή Εφένδη. Ήταν χτισμένο δίπλα στο Κεραμίδι και ένωνε τη Φαρκαδόνα με την Καρδίτσα. Προ διετίας ήταν άγνωστη η μορφή του, έως ότου μας την «αποκάλυψε» μια φωτογραφία. Το τετράτοξο γεφύρι ανατινάχτηκε από τους Βρετανούς, κατά την υποχώρησή τους το 1941. Συνεχίζοντας την πλοήγηση μας, συναντάμε τις Περαταριές του Ζάρκου, της Πηνειάδας, του Κουτσόχερου και μπαίνουμε στα στενά της Γούνιτσας, όπου αντικρίζουμε τα ψηλά πέτρινα βάθρα της Τουρκογέφυρας, μήκους 170 μέτρων, που χτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τους Τούρκους, με φορέα μεταλλικό.

Μπαίνοντας στη Λάρισα, αντικρίζουμε το εννεάτοξο γεφύρι της, που στους παρελθόντες αιώνες αποτελούσε το σύμβολο της πόλης για τους Έλληνες και τους Τούρκους κατοίκους της. Ήταν χτισμένο στη δέση της πρώτης σημερινής γέφυρας που κατασκευάστηκε το 1950 «πατώντας» πάνω στη θεμελίωση του πετρογέφυρου. Η επικρατούσα άποψη θέλει – επισημαίνει ο κ. Γαλερίδης – το γεφύρι της Λάρισας να είναι κτισμένο από το Χασάν Μπέη, εγγονό του πορθητή της Λάρισας, Τουρχάν. Το 1941 οι Βρετανοί, υποχωρώντας, ανατίναξαν ένα τόξο, ενώ το 1944 οι Γερμανοί ανατίναξαν τα επτά από τα εννέα τόξα.

20090827141128gefura 2

Φεύγοντας από τη Λάρισα, βλέπουμε τις περαταριές Γυρτώνης και Μαυρόλιθου, και αφήνοντάς τες πίσω μας, βρισκόμαστε στα βραχώδη στενά του Βερνέζι με τον καταρράκτη, λίγο μετά τον οποίο αντικρίζουμε το γεφύρι στο Βερνέζι. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, ανοίγματος 18 μέτρων, μ’ ένα ανακουφιστικό άνοιγμα, στην αριστερή όχθη, θεμελιωμένο σε βράχους. Το κατάστρωμά του είχε πλάτος τρία μέτρα και δεν ήταν σε καλή κατάσταση, αφού μετά δυσκολίας επέτρεπε τη διάβαση ιππέα. Ένωνε το Μακρυχώρι με τους Γόννους. Ανατινάχτηκε τη νύχτα της 10ης προς 11ης Απριλίου του 1897, κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση, αφήνουμε πίσω τις περαταριές Γόννων, Τεμπών, την ξυλογέφυρα των Τεμπών και μπαίνουμε στην κοιλάδα των Τεμπών, στην έξοδο της οποίας σταματάμε στα υπολείμματα του «Πετρογέφυρου», στο γεφύρι της εξόδου των Τεμπών που ένωνε το Ομόλιο με τον Πυργετό.
Ενδεχομένως, ήταν το μεγαλύτερο γεφύρι του σημερινού ελληνικού χώρου, εκτιμώμενου μήκους περί τα 250 μέτρα, αφού το διασωθέν τμήμα του υπερβαίνει τα 133 μέτρα. Χτίστηκε το 1727. Σήμερα, σώζεται μόνον ένα κύριο τόξο και έχουν καταμετρηθεί εννέα δευτερεύοντα τόξα επί του αριστερού τμήματος της ευρείας κοίτης του ποταμού. Διασώζεται σημαντικός αριθμός ξυλοπασσάλων θεμελίωσης του γεφυριού, καθώς και συμπαγή τμήματα από τα καταρρεύσαντα κύρια τόξα του. Επίσης, διασώζεται η κτητορική πλάκα η οποία φυλάσσεται από το Δήμο Κάτω Ολύμπου.

Αλλά η «βαρκάδα μας» -καταλήγει ο κ. Γαλερίδης- τελειώνει εδώ, λίγα μόνο χιλιόμετρα πριν από τις εκβολές του Πηνειού στη θάλασσα.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra


Advertisements