Ένα χωριό «πνιγμένο» στα αμπέλια και στα φημισμένα κρασιά του.

Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιού και τσίπουρου και, μάλιστα, στην περιοχή καλλιεργείται μια μοναδική στην Ελλάδα ποικιλία σταφυλιού. Πρόκειται για το χωριό Μεσενικόλα του νομού Καρδίτσας, το οποίο είναι «πνιγμένο» στους πανέμορφους αμπελώνες του, σε υψόμετρο 700 μέτρων, και περιτριγυρίζεται από δάση δρυός και καστανιάς.

Ο Μεσενικόλας, που πολλοί έχουν αποκαλέσει «μπαλκόνι» της Θεσσαλίας, είναι ένα από τα πιο όμορφα και ιστορικά χωριά του νομού Καρδίτσας κοντά στη λίμνη Πλαστήρα. Η ποικιλία σταφυλιού «Μαύρο Μεσενικόλα» όπως αναφέρει ο Γιώργος Κρανιάς, πρόεδρος του Δ.Σ. του Οίκου Οίνου και Αμπέλου, είναι ποικιλία μετρίως παραγωγική, ευαίσθητη στην ανθόρροια και το ωΐδιο, ανθεκτική όμως στην ξηρασία, τον περονόσπορο και το βοτρύτη.

Κάνει σταφύλι μέσου μεγέθους, κωνικό ή κυλινδροκωνικό, συνήθως διπλό και πυκνό. Η ρόγα, που όταν ωριμάσει καλά έχει μαύρη φλούδα, είναι σφαιρική, μέτριας σκληρότητας, πλούσια σε τανίνη, φτωχή σε οξέα, με σάρκα χυμώδη, άχρωμη και γλυκιά. Το κλάδεμα γίνεται κοντό (δύο-τρεις οφθαλμοί) και η ωρίμανση ολοκληρώνεται στο τέλος του Σεπτέμβρη. Η δε παραγωγή κυμαίνεται σε 700-1000 κιλά ανά στρέμμα στους ξηρικούς αμπελώνες. Αξίζει να σημειωθεί πως η ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα», όταν οινοποιηθεί σωστά, δίνει οίνους ποιότητας, με λεπτά αρώματα.

Το χωριό Μεσενικόλας βρίσκεται στα ίχνη μιας αρχαίας μικρής πόλης της Θεσσαλιώτιδας, της Πολίχνας. Η Πολίχνα ήταν ένα από τα οχυρά φρούρια που περιέβαλλαν την αρχαία Μητρόπολη και ήλεγχε το πέρασμα, από το οποίο ξεχύνονταν και έκαναν επιδρομές στο Θεσσαλικό κάμπο οι αρχαίοι Δόλοπες και Αθαμάνες. Προτού καταστραφεί το οχυρό της Πολίχνας, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, είναι πιθανό ότι οι κάτοικοι, ύστερα από μικρή μετακίνηση, λόγω κατολισθήσεων, έκτισαν το καινούργιο χωριό.

Το όνομα προέρχεται από κάποιον μεγάλο νοικοκύρη του χωριού, που οι Φράγκοι ονόμαζαν Μεσιέ – Νικόλα. Ο ίδιος ίσως να έφερε στην περιοχή την αμπελοκαλλιέργεια και συγκεκριμένα την ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα«, η οποία δεν καλλιεργείται σε άλλη περιοχή της χώρας μας. Σημειωτέον ότι, η Θεσσαλία έζησε 110 περίπου χρόνια τη δουλοπαροικία των Φράγκων. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή, που στηρίζεται στις πληροφορίες του ιστορικού Γουίλιαμ Μίλλερ, στο έργο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», η ονομασία προέρχεται από τον πρωτοστάτορα και βάιλο της Αχαΐας Νικολά Σαντομέρ τον ΙΙΙ.

Ο πρωτοστάτορας Νικολά Σαντομέρ, που ήταν αρχηγός στρατεύματος περίπου 40.000 ανδρών, έφθασε στην περιοχή μας το 1304, για να ξαναπάρει το κάστρο του Φαναρίου από τη βασίλισσα της Ηπείρου Άννα, που το είχε καταλάβει αυθαίρετα. Επειδή, όμως, δεν έγινε τελικά πόλεμος, αφού η βασίλισσα της Ηπείρου Άννα συνθηκολόγησε, το στράτευμα ήταν πια άχρηστο και διαλύθηκε στη Θεσσαλία. Είναι, λοιπόν, πιθανό ένα τμήμα του στρατεύματος να ανέβηκε στην πρώτη οροσειρά των Αγράφων όπου του παραχωρήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας και εγκαταστάθηκε στον οικισμό που βρήκε ή ίδρυσε και που τελικά πήρε την ονομασία Μεσενικόλας από το μικρό όνομα του αρχηγού της εκστρατείας. Μέχρι τις ημέρες μας, μια τοποθεσία στο χωριό ονομάζεται «Κυρ-Νικ» (Του κυρίου Νίκου).

Ο Μεσενικόλας εμφανίζεται για πρώτη φορά ως συγκροτημένος οικισμός σε γραπτό κείμενο με το όνομα Μοσνικόλας, στην απογραφή τμήματος της Θεσσαλίας, που πραγματοποίησε ο Μουράτ Μπέης στα 1454 – 1455. Η πληροφορία βασίζεται σε αδημοσίευτο ακόμα κατάστιχο, που φυλάσσεται στα Αρχεία του Προεδρικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης. Η παραφθορά του ονόματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως διαφορετικό όνομα από το σημερινό.

Ο Μεσενικόλας όπως και η υπόλοιπη περιοχή, από το 1525, που υπογράφηκε η περίφημη συνθήκη της αυτονομίας των Αγράφων (Συνθήκη Ταμασίου) έζησε σε καθεστώς αυτοδιοίκησης μέχρι και την εποχή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος καταπατώντας τη συνθήκη (1790), κατάλυσε την αυτονομία των Αγράφων. Την επόμενη γραπτή μαρτυρία την έχουμε από την κτητορική επιγραφή της εκκλησίας της Παναγίας του Μεσενικόλα που αναφέρει το δωρητή της αγιογράφησης το έτος 1637.

Η ανάκαμψη θα αρχίσει την δεκαετία του 1970 με συνέπεια αρκετοί νέοι να μείνουν στο χωριό. Τις τελευταίες δεκαετίες το χωριό γνωρίζει μία πρωτόγνωρη ανοικοδόμηση κατοικιών που χρησιμοποιούνται είτε σαν κύριες κατοικίες είτε οι περισσότερες σαν εξοχικές και δύο σαν ιδιωτικοί ξενώνες. Η αναγνώριση του κρασιού «Μαύρο Μεσενικόλα» ως κρασί ονομασίας προέλευσης ανωτέρας ποιότητας ανοίγει νέες προοπτικές.

Στους αμπελώνες του χωριού καλλιεργείται η τοπική ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα» η οποία μαζί με τις ποικιλίες «ΣΙΡΑΧ» και «ΚΑΡΙΝΙΑΝ» δίνει το εκλεκτό κρασί ονομασίας προέλευσης ανώτερης ποιότητας. Το χωριό βρίσκεται πάνω στο οδικό κύκλωμα της λίμνης Πλαστήρα για τη δημιουργία της οποίας προσέφερε τις περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από κάθε άλλο χωριό της περιοχής. Η παραλίμνια περιοχή του χωριού είναι αυστηρά προστατευόμενη περιοχή απαλλαγμένη από κάθε μορφής δόμηση και προσφέρει στους επισκέπτες της αξέχαστες στιγμές γαλήνης και ηρεμίας. Περιοχή ιδανική για πεζοπορία , ορεινό ποδήλατο, ψάρεμα, κυνήγι και αξέχαστη επαφή με τη χωρίς προηγούμενο ποικιλότητα της ντόπιας χλωρίδας και πανίδας. Η γιορτή κρασιού Μεσενικόλα αποτελεί μια από τις κορυφαίες εκδηλώσεις του Ν. Καρδίτσας, που έγινε θεσμός και πολιτιστικό γεγονός ευρύτερης ακτινοβολίας.

Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 ως Γιορτή Σταφυλιού και Κρασιού Μεσενικόλα. Γινόταν στη κεντρική πλατεία του χωριού στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Καρδίτσας, με παράλληλη έκθεση και βράβευση αγροτικών προϊόντων, για να διακοπεί στη συνέχεια για αρκετά χρόνια. Το 1984 με απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου καθιερώθηκε η Γιορτή Κρασιού Μεσενικόλα, η οποία γίνεται στις ημέρες του δεκαπενταύγουστου και συνδυάζεται με το πανηγύρι της εκκλησίας του χωριού (Κοίμηση της Θεοτόκου). Γίνεται σ’ έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στη θέση «καστανιές» σ’ ένα καταπράσινο, ειδυλλιακό και δροσερό περιβάλλον.

Κάθε χρόνο στις 5 του Σεπτέμβρη γίνεται στο Μεσενικόλα η μοναδική εμποροπανήγυρη της περιοχής της Νεβρόπολης. Το παζαράκι, όπως ονομάζεται, γινόταν παλαιότερα στη Νεβρόπολη στην περιοχή «Άσπρα λιθάρια». Η δημιουργία της λίμνης όμως μετέφερε το παζαράκι στην πλατεία του Μεσενικόλα. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, που στα χωριά της περιοχής κατοικούσε πολύς κόσμος , το παζαράκι ήταν μοναδική ευκαιρία για τις αγορές ενόψει του χειμώνα. Είδη προίκας , ρούχα , ζαχαρωτά , τυροκομικά , παιγνίδια απλώνονταν στις παράγκες των πλανόδιων εμπόρων. Το βράδυ τα κλαρίνα συνοδεύονταν με το Μεσενικολίτικο κρασί. Και σήμερα όμως παρά τη μεγάλη μείωση του πληθυσμού το παζαράκι εξακολουθεί να δίνει νότες χαράς και κεφιού στις πρώτες μελαγχολικές μέρες του Σεπτέμβρη.

Άλλα αξιόλογα έθιμα του χωριού είναι τα «λοκαντζάρια» την παραμονή των Φώτων και ο «αναφανός» στην Ανάσταση το Πάσχα. Σήμερα, στο χωριό ζουν και εργάζονται αρκετοί αμπελουργοί και οινοποιοί, έχουν κατασκευαστεί μάλιστα τελευταία δύο σύγχρονα οινοποιεία, ενώ σταφύλια του χωριού οινοποιούνται και από το οινοποιείο της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών της Καρδίτσας. Το Μουσείο του κρασιού και του αμπελιού (Οίκος Οίνου και Αμπέλου), που κατασκευάστηκε από τον Δήμο Πλαστήρα, στο χωριό, είναι μια σοβαρή προσπάθεια για την ανάπτυξη του οινοτουρισμού στην περιοχή της λίμνης Πλαστήρα και την προβολή των κρασιών και του χωριού γενικότερα.

Απ. Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

helectra

Share

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s