Archive for the ‘ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ’ Category

Ο 86χρονος τεχνίτης νερόμυλων μπάρμπα-Νάσος Μίνου εργάστηκε άοκνα πολλές ημέρες, για να δουλέψει ο παλιός νερόμυλος στη γραφική τοποθεσία Γκούρα της Κάτω Ρεματιάς στον Δήμο Λούρου της Πρέβεζας.

O ήχος από τους δύο νερόμυλους, τη νεροτριβή και το μαντάνι ακούστηκε και πάλι ύστερα από πολλά χρόνια στη γραφική τοποθεσία Γκούρα της Κάτω Ρεματιάς στον Δήμο Λούρου του Νομού Πρεβέζης. Ξύπνησαν μνήμες που είχαν χαθεί από τότε που ο ηλεκτρισμός μπήκε στη ζωή μας.

Ο νερόμυλος, χτισμένος, σύμφωνα με επιγραφή που φέρει, το 1.400, αναστηλώθηκε χάρη στις προσπάθειες του Δήμου Λούρου, του Πολιτιστικού Συλλόγου Ανω Ρεματιάς και τις γνώσεις του μοναδικού στην ευρύτερη περιοχή τεχνίτη νερόμυλων, του 86χρονου μπάρμπα-Νάσου Μίνου.

Από 14 χρόνων ο μπάρμπα-Νάσος άρχισε να κατασκευάζει μυλόπετρες ενώνοντας κομμάτι κομμάτι την ειδική πέτρα που βρίσκεται σε ελάχιστα σημεία της χώρας. Γνωρίζει πολύ καλά τα «μυστικά» των νερόμυλων και των μαντανιών ενός συστήματος από ξύλα μέσα από τα οποία περνούσαν τα ρούχα για να πλένονται.

Σύμφωνα με τον δήμαρχο Λούρου Χρήστο Μπαΐλη, χάρη στον 86χρονο που εργάστηκε άοκνα πολλές μέρες, το σύστημα του παλιού νερόμυλου δούλεψε ξανά. Μέσα στο νερόμυλο υπάρχουν όλα τα παλιά αντικείμενα, ενώ ανέγγιχτο έχει μείνει και το δωμάτιο όπου έμενε ο μυλωνάς.

«Για εμάς είναι πολύ σημαντικό που δώσαμε ζωή στις εγκαταστάσεις αυτές οι οποίες τα παλιότερα χρόνια εξυπηρετούσαν τους κατοίκους ολόκληρης της περιοχής», συνεχίζει ο Χρ. Μπαΐλης, σημειώνοντας ότι οι νερόμυλοι και η νεροτριβή θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν έναντι ενός συμβολικού αντίτιμου για όποιον επιθυμεί. Ο μύλος εξυπηρετούσε όχι μόνο την περιοχή αλλά και χωριά του Σουλίου, οι κάτοικοι του οποίου κατέβαιναν μέχρι εκεί από «κρυφά» μονοπάτια.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Ανω Ρεματιάς, Απόστολος Παππάς, η παλιά πόρτα έχει όλα τα ονόματα των μυλωνάδων που πέρασαν από κει, προσφέροντας στον κόσμο όχι μόνο το αλεύρι αλλά και τη ζεστασιά και την αγάπη τους.

Σοφία Γιαμά

Πηγή: ΤΟ ΕΘΝΟΣ

helectra

Share

Μάρτης, γδάρτης, παλουκοκαύτης! Έχει ο μήνας αυτός τα καιρικά του γυρίσματα, πότε αφόρητη ζέστη και πότε τσουχτερό κρύο, έχει και μέρες με δυνατή ηλιοφάνεια, η οποία προκαλεί και τα πρώτα σημεία μαυρίσματος στα σημεία του σώματος που είναι εκτεθειμένα στις ακτίνες του ηλίου. Ήταν η εποχή, κατά την οποία η ασπράδα του προσώπου ήταν προσόν, σ’ αντίθεση με ό,τι ισχύει σήμερα που το μελαμψόν του προσώπου θεωρείται ελκυστικό και οι σύγχρονοι Ιθαγενείς αυτού του τόπου παντί τω τρόπω, είτε με παρατεταμένη έκθεση του σώματος στον ήλιο, είτε με χρήση φαρμακευτικών υλών προσπαθούν να προκαλέσουν ταχεία απόκτηση σκούρου χρώματος.

Για να αποφευχθεί το πρόωρο μαύρισμα του προσώπου από τις αρχές Μαρτίου, η γιαγιά φρόντιζε να εξοικονομήσει άσπρο και κόκκινο γνέμα (νήμα και από το γνέσιμο του μαλλιού στη ρόκα με το αδράχτι η λέξη γνέμα), ώστε μ’ αυτά να φτιάξει κορδόνι και στη συνέχεια να κάνει δαχτυλίδια, βραχιόλια, περιδέραια (περιλαίμια) τα οποία τα δώριζε στα εγγόνια της, που τα έφερναν με καμάρι, προκειμένου να αποφύγουν το μαύρισμα.

Αυτά όλα γίνονταν προτού εισβάλει η τηλεόραση στα σπίτια και αποσπάσει την προσοχή μικρών και μεγάλων από τις καθημερινές ασχολίες τους αλλά και να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από έθιμα και παραδόσεις και σιγά-σιγά αυτά ξεχνιούνται και ο λαός αποστασιοποιείται. Όμως, φίλος της στήλης «Αιχμές και νύξεις» που σπουδάζει στη γειτονική Βουλγαρία, μας έστειλε έναν αριθμό από μαρτίτσια, βιομηχανικής παραγωγής και φωτογραφίες από υπαιθρίους μικροπωλητές, οι οποίοι από τις 15/2 βγάζουν την πραμάτειά τους και οι κάτοικοι αγοράζουν και για προσωπική χρήση αλλά και προσφέρουν σε συγγενείς, γνωστούς και φίλους, τα οποία τα φέρουν ασμένως στην κομβιοδόχη των ή στα χέρια ή και στο λαιμό.

Καιρός να επιστρέψουμε κι εμείς σ’ αυτές τις παραδόσεις τις αγνές και άδολες, γιατί παράδοση δεν είναι για μας το βραζιλιάνικο καρναβάλι που συναγωνίζονται οι προεστοί των δήμων να οργανώσουν, ούτε οι τζαμάλες, οι οποίες είναι απότοκοι της πυρολατρείας!
Και του χρόνου. Καλό Μάρτη!

Γιάννης Κιτσολάμπρος

Πηγή: ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ

helectra

Ένας πολυχώρος με ιδιαίτερο χρώμα που αποπνέει «αέρα» ιστορίας, είναι το Μουσείο Θεσσαλικής Ζωής Οικογένειας Συρμακέζη, στην Ελάτεια Λάρισας, που αναπτύσσεται μέσα στο χώρο μιας παλιάς αυθεντικής παραδοσιακής αγροτικής εγκατάστασης, με πολλά παραδοσιακά κτίσματα.


Στα διάφορα επισκέψιμα κτιριακά συγκροτήματα του Μουσείου αναδεικνύεται η ιστορία της περιοχής των τελευταίων 150 χρόνων, μέσα από μία συνύπαρξη της αγροτικής αλλά και της αστικής πλευρά της. Οι πρόγονοι των σημερινών ιδιοκτητών, έξι γενιές πριν, ήρθαν το 1854 από τα Γιάννενα στα Αμπελάκια. Λίγο αργότερα, αγόρασαν από Τούρκο κτηματία την έκταση, με ορισμένα από τα κτίσματα. Για την κάλυψη των αναγκών, κατασκευάσθηκαν στην πορεία και άλλα κτίσματα. Όλα τα κτίρια ακολούθησαν τους δομικούς κανόνες της εποχής στην περιοχή: Tοίχοι από λιθοδομή και ξύλινη σκεπή με κεραμίδια.

Μέσα σ’ αυτήν την παλιά αγροτική εγκατάσταση, που έχουν μέχρι σήμερα ζήσει έξι γενεές της οικογένειας, έχουν διασωθεί πολλά χαρακτηριστικά δείγματα της διαχρονικής λειτουργίας της τοπικής αγροτικής οικονομίας, αλλά και της καθημερινής τοπικής ζωής, όχι μόνο της αγροτικής, αλλά και της ιδιότυπης αστικής των εύπορων ιδιοκτητών και του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος.

Πριν από λίγα χρόνια, σχεδόν όλα τα κτίσματα, είχαν σχεδόν ερειπωθεί. Ξεκίνησε τότε, από τους σημερινούς ιδιοκτήτες, μία συστηματική προσπάθεια συντήρησης και σήμερα τα κτίσματα έχουν αναπαλαιωθεί – εκσυγχρονισθεί, με πλήρη σεβασμό της αρχικής μορφής τους.

Συγκεκριμένα, η διαδικασία ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια και λίγο μετά άρχισε να ωριμάζει και η ιδέα της δημιουργίας ενός ζωντανού πολυχώρου – μουσείου, του Μουσείου Θεσσαλικής Ζωής, μέσα στο οποίο να προβάλλονται και να αναβιώνουν οι δραστηριότητες των νοικοκυριών του παρελθόντος στη θεσσαλική γη.

Κρεβατοκάμαρα με επίπλωση εποχής, στο Μουσείο Θεσσαλικής Ζωής, Οικογένειας Συρμακέζη, στην Ελάτεια Λάρισας.

Το 2007, το έργο εντάσσεται στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) Θεσσαλίας, συγχρηματοδοτείται, μέσω της Εθνικής Τράπεζας, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και η προσπάθεια ολοκληρώνεται με την επισκεψιμότητα του χώρου, πριν από το τέλος του 2008.

Στόχος του μουσείου είναι να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, σ’ έναν αυθεντικό θεσσαλικό χώρο.

Το Μουσείο αναπτύσσεται σε διάφορα επισκέψιμα κτιριακά συγκροτήματα, μέσα σ’ ένα ενιαίο περιβάλλοντα χώρο, όπου συνυπάρχει η αγροτική με την αστική πλευρά του συγκροτήματος.

Μπορεί κάποιος να επισκεφθεί το συγκρότημα των παραδοσιακών δραστηριοτήτων, όπου φιλοξενείται η αίθουσα – στάβλος, με τα γεωργικά-κτηνοτροφικά εργαλεία της εποχής, η αίθουσα – αποθήκη, με τα εργαλεία οικιακών εργασιών (παραγωγή γαλακτοκομικών, ύφανση, πλέξιμο, ζύμωμα, κλπ), το υπόστεγο, το δωμάτιο του παππού και το μαγειριό με τον παλιό φούρνο και τη γάστρα.


Αξίζει, επίσης, μια επίσκεψη στο συγκρότημα του παλιού αρχοντικού, έναν διώροφο χώρο διαμονής της οικογένειας, με διάφορες αίθουσες με αντικείμενα και ενθύμια της οικογένειας, έκθεση ρούχων, φωτογραφιών, ιστορικών ντοκουμέντων, παλιών χαρτών, κ.λπ.

Κατά την επίσκεψη στους χώρους αυτούς, η οπτική εικόνα του κάθε αυθεντικού αντικειμένου συνοδεύεται από τη δυνατότητα μιας παράλληλης επαφής του επισκέπτη, με κατάλληλο οπτικοακουστικό υλικό, που αποδίδει την εικόνα και το κλίμα της εποχής, κατά την οποία γίνονταν η πραγματική αξιοποίηση του αντικειμένου, καθιστώντας έτσι πιο κατανοητή την εξέλιξη και τη σημαντικότητα των εργαλείων αυτών για την εποχή τους.

Αναδεικνύεται, παράλληλα, και η τότε τρομερή ανθρώπινη προσπάθεια για τη βελτιστοποίηση των πενιχρών υφισταμένων πόρων.

Στην κατεύθυνση αυτή, συμβάλλει ιδιαίτερα και η υπερσύγχρονη αίθουσα προβολών, όπου γίνεται ενημέρωση των επισκεπτών του Μουσείου για τις θεματικές του ενότητες.

Το Μουσείο βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού της Ελάτειας, στις υπώρειες του Κισάβου (Όρος Όσσα), στο βορειοανατολικό άκρο του θεσσαλικού κάμπου και κοντά τον αυτοκινητόδρομο Αθήνας – Θεσσαλονίκης. Απέχει μόλις 25 χιλιόμετρα από τη Λάρισα και βρίσκεται απέναντι από το χωριό Μακρυχώρι.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Πάνω από το τζάκι, τα παλιά μπακίρια μοιάζουν έτοιμα να «υποδεχτούν» το φαγητό της ημέρας, περιμένοντας την οικογένεια να καθίσει για το καθημερινό γεύμα, στη μεγάλη τραπεζαρία, με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των προγόνων στο τοίχο. Στη γωνία, το γραμμόφωνο «γρατζουνά» απαλά το δίσκο και ο αργαλειός με τα μασούρια του, τα χτένια και τις κλωστές, περιμένει τα γυναικεία χέρια να του δώσουν ζωή.


Όσο για το χρόνο, που μοιάζει σταματημένος σ΄ αυτό το σπίτι, μόνο το ξεθωριασμένο μπαούλο τον «μαρτυράει», με μια ζωγραφιά: Είναι ο Λευκός Πύργος, με τουρκική σημαία, κατασκευή του 1907, πριν ελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη από τους Τούρκους. Ανέγγιχτο εδώ και έναν αιώνα παραμένει το σπίτι του Κωνσταντίνου Σταμάτη στα Κύμινα Θεσσαλονίκης, που αν και ο ίδιος δεν το κατοικεί πλέον, το συντηρεί με πολύ μεράκι και με χαρά ξεναγεί δωρεάν τους επισκέπτες στα ενδότερα της πατρικής του οικίας.

Το σπίτι, που χτίστηκε το 1902, αποτέλεσε αντικείμενο ενδιαφέροντος της ομάδας περιβαλλοντικής εκπαίδευσης του 1ου Γυμνασίου Χαλάστρας η οποία, με συντονιστές τον διευθυντή Κωνσταντίνο Κουκουρίκη και την καθηγήτρια Πηνελόπη Ευαγγέλου, ερεύνησε την ιστορία του και εξέδωσε ένα καλαίσθητο βιβλίο, με φωτογραφίες του Σάκη Παπαγιάννη.


Ένα σπίτι από πέτρα και ξύλο

Όπως αναφέρεται στην έκδοση, στο μεγαλύτερο μέρος, το οίκημα είναι χτισμένο με ξύλα. Οι τοίχοι του είναι πλεγμένοι με λυγαριά και βρέζια (αρμυρίκια), καλυμμένοι με λάσπη από άχυρο και τέλος, υπάρχει επίχρισμα από άμμο και ασβέστη. Πέτρα υπάρχει μόνο στις βάσεις των κατακόρυφων στηλών, όπου στηρίζεται το σπίτι. Πρόκειται για τη λευκή πέτρα Κουφαλίων, λαξεμένη κατάλληλα στο μέσον της, για να πατήσει ο στύλος. Τα υλικά αυτά, όλα παρμένα από την περιοχή και απόλυτα φιλικά προς το περιβάλλον, άντεξαν στο χρόνο και στη φιλοσοφία να χρησιμεύουν ως μόνωση για το κρύο του χειμώνα ή τη ζέστη του καλοκαιριού.

Το σπίτι έχει δύο ορόφους και στο ισόγειο υπάρχουν δύο καθιστικά, κουζίνα και έγινε προσθήκη μιας τουαλέτας, για λόγους λειτουργικούς. Εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγεί σε δύο υπνοδωμάτια, μεγάλη σάλα και ένα μικρό βοηθητικό δωμάτιο, δίπλα στη δεύτερη κρεβατοκάμαρα, όπου στεγάζεται ο αργαλειός και τα εξαρτήματά του. Το δωμάτιο αυτό, καθαρά γυναικείος χώρος, ονομαζόταν κρυψάνα, ενώ τα ντουλάπια όπου φυλάσσονταν διάφορα χρήσιμα αντικείμενα, ήταν οι μεσάντρες.

Ένα τμήμα του σπιτιού αυτού ήταν άλλοτε ραφείο και σε έναν άλλο χώρο στεγαζόταν παντοπωλείο, όπου πουλιόνταν από υφάσματα, είδη διατροφής ως και φωτιστικό πετρέλαιο.


Το σπίτι χτίστηκε το 1902 στην τότε Γιουντζήδα, σημερινά Κύμινα, από τον Κωνσταντίνο Σταμάτη (Ντίνος, χαϊδευτικό του Κωνσταντίνου), γιο του Νικόλαου Σταμάτη, ο οποίος παντρεύτηκε την Ελένη Μαργαρίτη Ζωγράφου από τη Χαλάστρα. Εκεί, γεννήθηκε από τον Θωμά Σταμάτη και την Αλεξάνδρα Πολυζωπούλου, δασκάλα από το Ασβεστοχώρι, ο Κωνσταντίνος Σταμάτης, εγγονός του Κωνσταντίνου Σταμάτη που έχτισε το σπίτι και σημερινός ιδιοκτήτης αυτού.

Ο Κωνσταντίνος Σταμάτης, γεννήθηκε και μεγάλωσε σ΄ αυτό το όμορφο σπίτι και κατ΄ επιθυμία της μητέρας του, προσπάθησε να το αφήσει αναλλοίωτο στον χρόνο.  «Στη μητέρα μου οφείλω ότι υπάρχει σήμερα, σ΄ αυτή την κατάσταση, το ακίνητο, γιατί εκείνη διάσωσε όλα τα παλιά αντικείμενα και με παρακίνησε να κάνω το ίδιο», αναφέρει ο κ. Σταμάτης.


«Αν και τα τελευταία 25 χρόνια δεν κατοικείται, προσπάθησα να το διασώσω και να είναι επισκέψιμο ως ένα ζωντανό μουσείο», λέει χαρακτηριστικά.  Για το σπίτι έχει ενδιαφερθεί και ο δήμος Αξιού καθώς, σύμφωνα με τον δήμαρχο Νίκο Γιουτίκα, «γίνονται συζητήσεις ώστε να απαλλοτριωθεί και να αξιοποιηθεί από το δήμο».

Νατάσα Καραθάνου

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share


Βοήθησαν τους κατοίκους της περιοχής να επιβιώσουν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και σήμερα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της ιστορίας του τόπου. Πρόκειται για τους τρεις νερόμυλους της Καρδίτσας, τους οποίους μελέτησε και κατέγραψε ο αρχιτέκτων-μηχανικός Δημήτρης Παλιούρας.

Ο νερόμυλος του Ζωγράφου βρίσκεται στη θέση «Μύλος» της κτηματικής περιφέρειας Παλαιοχωρίου του νομού Καρδίτσας, πλάι στο ρέμα Μπουμπουλίνας, παραπόταμου του Πάμισου ποταμού. Χτίστηκε το 1891, από τους μαστόρους Κωνσταντή, Ιωάννη και Αθανάσιο Ζούπα, με δαπάνη του Εφέντη Χρηστάκη Ζωγράφου, μεγαλοκτηματία της περιοχής, σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή, που βρίσκεται εντοιχισμένη πάνω από το υπέρθυρο της κύριας εισόδου.

Πρόκειται για ορθογώνιο κτίσμα με υπερυψωμένο ισόγειο και υπόγειο. Ο νερόμυλος είναι κατασκευασμένος από καλοδουλεμένη λιθοδομή από γκριζοπράσινο ψαμμόλιθο της περιοχής και είναι στεγασμένος με ξύλινη τετράκλινη στέγη, καλυμμένη με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Για τη λειτουργία του μύλου χρησιμοποιήθηκε ως κινητήρια δύναμη το νερό, το οποίο, μέσα από ένα ειδικό αυλάκι, κατευθυνόταν στην τουρμπίνα που βρισκόταν στον υπόγειο χώρο του μύλου και την έθετε σε κίνηση. Η τουρμπίνα, με ένα σύστημα αξόνων πάνω στους οποίους ήταν προσαρμοσμένες διάφορες τροχαλίες, που συνδέονταν μεταξύ τους με ιμάντες, έθετε σε λειτουργία τις μυλόπετρες, οι οποίες βρίσκονταν στο ισόγειο του κτιρίου.

Στο εσωτερικό του μύλου υπάρχουν και δύο παλιάς τεχνολογίας μηχανήματα: Ένα τριέρι για τον καθαρισμό του σιταριού από ξένες ύλες και ένα μπουράτο με το ειδικό μεταξωτό ύφασμα για το κοσκίνισμα του αλευριού. Το 1925, ο μύλος ανανεώθηκε με την τοποθέτηση δύο κυλινδρομηχανών και τη μετατροπή του από νερόμυλο σε κυλινδρόμυλο.

Δίπλα στο μύλο υπάρχουν και άλλες υδροκίνητες εγκαταστάσεις, οι οποίες ανανεώθηκαν μεταγενέστερα, όπως ντριστέλες (νεροτριβές), που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα για τον καθαρισμό και την κατεργασία των μάλλινων υφαντών, καθώς και ένα πιο σύγχρονο βαφείο. Το 2000, ο νερόμυλος χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, προκειμένου να προστατευτεί και στη συνέχεια να αναδειχτεί ως ένα από τα σημαντικότερα, προβιομηχανικής τεχνολογίας, νεότερα μνημεία του νομού Καρδίτσας.

Νερόμυλος Νικήτα Γκάλιου

Ο νερόμυλος του Νικήτα Γκάλιου βρίσκεται στον Άγιο Ακάκιο και είναι χτισμένος στο ρέμα «Μπακατσάνο», στην είσοδο του χωριού. Το ρέμα αυτό αποτελούσε παλαιότερα ιδανικό μυλότοπο και μέχρι πρόσφατα διατηρούνταν κατά μήκος του πολλές υδροκίνητες εγκαταστάσεις, όπως μύλοι, μαντάνια και ντριστέλες, τα ερείπια των οποίων διακρίνονται στις όχθες του. Ο νερόμυλος του Ν. Γκάλιου είναι σε λειτουργία μέχρι σήμερα, χωρίς μεταγενέστερες αλλοιώσεις και χωρίς καμιά σύγχρονη τεχνολογική επέμβαση.

Πρόκειται για απλό ορθογώνιο κτίσμα, ενώ το δάπεδο είναι από καλά πατημένο χώμα και στα αριστερά της εισόδου υπάρχει ένα μικρό πεζούλι, πάνω στο οποίο βρίσκεται μια πρωτόγονη εστία για την ετοιμασία του φαγητού και για τη θέρμανση του χώρου. Στο μέσον περίπου της νότιας πλευράς του κτιρίου είναι τοποθετημένος ο αλεστικός μηχανισμός, η λειτουργία του οποίου βασίζεται στην ελεγχόμενη παροχή νερού. Η διοχέτευση του νερού γίνεται με φράγματα στο ρέμα, τα οποία οδηγούν το νερό από την κοίτη του ρέματος στο μυλαύλακο και από εκεί στο λιθόκτιστο αγωγό, που βρίσκεται αρκετά ψηλότερα από την εγκατάσταση του μύλου.

Πέφτοντας το νερό με δύναμη από ψηλά θέτει σε περιστροφική κίνηση την οριζόντια φτερωτή, η οποία βρίσκεται στο κατώτερο μέρος του μύλου, στο εσωτερικό του τοξωτού αγωγού, το «ζουριό». Ο άξονας της φτερωτής θέτει σε κίνηση την κινητή μυλόπετρα, η οποία, γυρνώντας με ταχύτητα γύρω από τον άξονά της, τρίβει τα προϊόντα πάνω στη σταθερή μυλόπετρα που βρίσκεται ακριβώς κάτω της.

Η τροφοδοσία των προϊόντων γίνεται από μια ξύλινη κατασκευή, με ελεγχόμενο άνοιγμα, η οποία βρίσκεται ακριβώς πάνω από τις μυλόπετρες. Ανάλογα με το ύψος της υδατόπτωσης και την ταχύτητα που θα κινηθούν ο μυλόπετρες, σε συνδυασμό με την απόσταση που θα έχουν μεταξύ τους, έχουμε και το τελικό αποτέλεσμα της ποιότητας το αποτελέσματος.

Νερόμυλος Κέδρου

Ο νερόμυλος του Κέδρου βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, στις όχθες του Ονόχωτου ποταμού και αποτελεί ιδιοκτησία του Δήμου. Πρόκειται για επίμηκες, ισόγειο και λιθόκτιστο κτήριο ορθογωνικής κάτοψης, στο οποίο παλαιότερα στεγάζονταν και άλλες δραστηριότητες, όπως νεροτριβές και μαντάνια, που σήμερα έχουν καταστραφεί.

Διαθέτει ξύλινη δίκλινη στέγη, καλυμμένη εν μέρει με κυματοειδείς λαμαρίνες, σε αντικατάσταση των κεραμιδιών που είχε παλαιότερα. Στο εσωτερικό του μύλου σώζεται ακέραιος και σε λειτουργία ο μηχανολογικός του εξοπλισμός, ο οποίος αποτελείται από δυο ζεύγη μυλόπετρες που βρίσκονται στο μέσον περίπου της ανατολικής πλευράς, ώστε η παραγωγική δυνατότητα του μύλου να είναι διπλάσια.

Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υδροκίνητης, προβιομηχανικής εγκατάστασης, με οριζόντια φτερωτή, η λειτουργία της οποίας – όπως και στην προηγουμένη περίπτωση – βασίζεται στην ελεγχόμενη παροχή νερού, που με την πτώση του από ψηλά έθετε σε λειτουργία τους αλεστικούς μηχανισμούς.

Αποστόλης Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης μπαίνοντας από το τυροκομείο στο σπίτι, άρπαξε ένα σκαμνί κι έκατσε κοντά στο σοφρά που τούχε στρωμένον η μάνα του.

-«Ν’ ανάψω το φως;» τον ρώτησε κείνη. «Σκοτίδιασε»!

Δεν της αποκρίθη. Αλλά η μάνα ήξερε τα χούγια του γιού της. ‘Αμα δεν της αποκρινόταν της έδινε συγκατάθεση. Έτσι κι ο πατέρας του, έτσι κι ο πάππος του, δεν τόχαν εύκολο το «ναι» σα να ντρεπόντανε, από περηφάνεια. ‘Αγγιξε με την άκρη του μαύρου τσεμπεριού το βλέφαρό της, όπως έκανε πάντα, σα να δάκρυζε, κάθε φορά που θυμότανε τους πεθαμένους, τους αραχνιασμένους ανθρώπους. Έπειτα πέρασε στη φωτογωνιά, άναψε το λυχνάρι, το γέμισε λάδι με το ρογί και του τόφερε. Η μικρή χρυσή φλόγα του φώτισε την πεντάλφα του λυχνοστάτη, το αμπάρι που ήταν γεμάτο λούπινα και καρπό, την κόρδα με τα κρεμμύδια και το πρόσωπο του Μαυρομιχάλη με τις άγριες μουστάκες, που τις έδενε πίσω από το ριζάφτι, σαν το Σκυλογιάννη. Η μάνα έβαλε το ψωμί, το φαΐ, το σκαμνί το δικό της κι αρχίσανε να τρώνε. ‘Αξαφνα ο Μαυρομιχάλης χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο σοφρά:

-«Δε μπορώ να καταλάβω», είπε με θυμό, «ποιος βρήκε το κουράγιο να μπει στο τυροκομείο το δικό μου! για να κλέψει τυρί. Και δεν είναι για το τυρί. Τυρί έχομε, απ’ όλα έχομε, μπερκέτι. Δεν το σηκώνω όμως να με κλέβουν, να πατάνε το σπίτι μου». Γύρισε προς τη μάνα του και τη ρώτησε: «Ποιός νάναι»;

-«Τήγαρι ξέρω κι εγώ»!

-«Από πότε κλέβουνε»;

-«Πάνε δυο μέρες και καρτέραγα να γυρίσεις από το βουνό με το κοπάδι για να στο πω».  Ο άντρας έβγαλε το συμπέρασμα:

-«Εδώ μέσα μπαίνει άνθρωπος ξένος», φώναξε απότομα, φοβεριστά, «αλλά που θα μου πάει! Θα τον πιάσω κι ας είναι και βρυκόλακας…»

Οι δαχτυλάρες του Γιώργη του Μαυρομιχάλη παίξανε σα νάδραξαν, σα νάσφιξαν ανθρώπινο σβέρκο, ανθρώπινο καρίτζαφλα. Έπειτα ησύχασε λίγο. Μάνα και γιος ξανάρχισαν να τρώνε, να μιλάνε τρώγοντας. Είπανε για ένα βασιλικό καράβι -εγγλέζικο θάταν- που πέρασε ανοιχτά από τον Κάβο Γκρόσο. Οι Μεσομανιάτες δε χορταίνανε να το βλέπουν, ώσπου σκαπέτισε, χάθηκε πέρα στο πέλαγος. Στο Μεζάπο μάλιστα κουβεντιάστηκε πολυ και το ρεσάλτο. Είπανε να του ριχτούνε ξαφνικά του ξένου καραβιού και να το κουρσέψουνε, αλλά μετανιώσανε την τελευταία στιγμή.

-«Δε θάχανε μπατσέρα για κούρσο!» είπε χαμογελώντας η μάνα, που τάξερε αυτά από τα παληά χρόνια, από τα νειάτα της. Και θυμήθηκε τα τραγούδια του φόβου, όπως τον ένοιωθαν τότε οι καπεταναίοι των ξένων καραβιών, κάθε φορά που ζυγώνανε τα βράχια της Μάνης:

Από τον Κάβο Ματαπά
σαράντα μίλια αλαργινά
κι από τον Κάβο Γκρόσο
σαράντα κι άλλο τόσο.

Είπαν ύστερα για τον Αναστάση και για τον γιο του, που ο πρώτος είχε χτυπηθεί βαρειά στο κεφάλι κι ο δεύτερος ξέσκουρα στο βυζί. Τα μαντάτα τάχε φέρει ο Καλαπόθος, ο Τρικούτελος, από τη Μελτίνη, όπου κατεβήκανε οι Μπαρδουνιώτες, οι Τουρκαρβανίτες, για να πατήσουν τη Στροτζά, να κάψουνε τα μπαρούτια της. Η Μαυρομιχάλαινα σταυροκοπήθηκε, γυρίζοντας το μελαψό της πρόσωπο κατά την Ανατολή. Μάνα και γιος σωπάσανε για λίγο.

-«Ας είναι καλά η Μάνη!» είπε ο γιος χτυπώντας το σοφρά με τη χερούκλα του. «Ας είναι καλά οι πέτρες, τα κοτρώνια της Μάνης και τα στριγγλολάγκαδα. Ακούς γρηά; Αυτά νάναι καλά και να βρίσκουμε μπαρουτόβολο για τις μπάλλες. Και λίγη ξεροκαυκάλα για φαΐ. Τίποτ’ άλλο δε θέλομε. Κι από τον Πενταδαχτυλιά κι εδώθε ο Τούρκος δε θα ρίξει ρίζα ποτέ, όπως δεν έρριξε ως τώρα. Σου το δίνω γραφτό».Ο Μαυρομιχάλης ανασηκώθηκε μονομιάς και καθώς ήτανε ψηλός η κούτρα του σα ν’ ακούμπησε τη κορφή της κάμαρας, σα ν’ άγγιξε το μεσοδόκι. «Αύριο» είπε βγαίνοντας από την πόρτα, «θα μείνω εγώ στο σπίτι και θα πας εσύ με το κοπαδι στο βουνό. Τον κλέφτη που μου παίρνει το τυρί, πρέπει να τον πιάσω». Η μάνα μαζεύτηκε, μίκρηνε, ακούγοντάς τον.

-«Όπως θέλεις γιε μου», ψιθύρισε η μάνα του. «Εσύ είσ’ ο κάπος».

νεραϊδα

Ήταν καλοκαίρι κι ο γιος πήγε και ξάπλωσε στο λιακό, εκεί που ξεραίνανε τα σύκα. Όλα φουρφουλίζανε γύρω-γύρω, όπως κάνουν τα δέντρα τη νύχτα, όπως κάνουν τα νερά. Ο αέρας φυσούσε δροσερός, ο θαλασσινός από τα Μοθοκόρωνα, ο στεριανός από τη μεριά του λαγκαδιού, ανάμεσα στο Κάστρο της Κελεφάς και το Βοίτυλο, κει που κοιμάται ο δράκος, ο Κάκαβος με τα φλουριά γεμάτος. Το φεγγάρι έλαμπε απάνου από την Τσίμοβα, στο Κουσκούνι, φωτίζοντας όλο το μεγάλο διάσελο, από τη Σαγγιά ως τη Μέσα Μάνη, ως εκεί που η στερνή πέτρινη καταβολάδα του Ταΰγετου πέφτει, στ’ αρμυρό νερό, περνώντας ανάμεσα Μαρινάρι και Πόρτο Κάγιο. Στο πεζούλι, τα μικρά παιδιά από τα γύρω λιγοστά και σκόρπια σπίτια, παρακαλούσαν, όπως γινότανε πάντα το καλοκαίρι με το φεγγάρι, τη Μαυρομιχάλαινα:

-«Για πες μας, για τη κουρμαδιά και για τις Νεράιδες. Πως έγινε; Που ήταν η βάρκα»;

-«Να, καρσί μας ήτανε. Εκεί που πάει να στρίψει ο δρόμος του Λιμενιού για ν’ αγναντέψει το Καραβοστάσι. Στο ψήλωμα, στο μοναστήρι, εζούσε ένας καλόγερας. Κι από το μοναστήρι κατέβαινε πότε-πότε, τη νύχτα στη θάλασσα για να ρίξει τα παραγάδια. Μια τέτοια νύχτα ήρθαν οι Νεράιδες και τον πήρανε».

-«Από που ήρθαν, κυρά»;

-«Από τα μέρη της Μπαρμπαριάς. Αποκεί έρχονται στον τόπο μας οι Νεράιδες».

-«Κι ήταν πολλές»;

-«Τρεις. Η μια καλλίτερη από την άλλη, λουσοχτενισμένες κι οι τρεις, λιγνές, με τα χρυσά τους πασουμάκια και με τις μεγάλες άσπρες μπαμπακέλες τους, που παίζανε με τον αέρα. Η καθεμιά βάσταγε ένα κόκκινο περιστέρι στα χέρια, δικέφαλο».

-«Με δυο κεφάλια, κυρά»;

-«Με δυο κεφάλια».

-«Και κόκκινο»;

-«Κόκκινο, μπουγαζί, του Τρισκατάρατου, του Οξαποδώ».

-«Και τον καλόγερα τι τον κάμανε, κυρά; Του πήρανε τη φωνή του»;

-«Όχι. Δεν του κάμανε κακό. Μια είπε στην αρχή, να τον σηκώσουν από τις αμασκάλες και να τον πετάξουν στο γιαλό. Αλλά οι δυο άλλες τον ελυπήθηκαν. Λύσαν το παλαμάρι κι εβγήκαν στ’ ανοιχτά. Τράβηξαν κάτω, για την Καραβόπετρα κι έπειτα άλλαξαν ρότα, πέρασαν έξω από το Βενέτικο κι έβαλαν πλώρη για το κανάλι της Μάλτας».

-«Και τι κάμαν οι Νεράιδες, κυρά»;

-«Η μια, η πιο μεγάλη, έπαιζε το λαβούτο της κι οι άλλες δυο, οι πιο μικρές χορεύανε και τραγουδούσανε όλη τη νύχτα. Ώσπου βγήκε τ’ άστρι που διώχνει τα στοιχειά, ο αημερινός και γυρίσανε πάλι στο Λιμένι, στα Μαυρομιχαλιάνικα. Ξαναδέσανε το παλαμάρι στα βράχια και σε λίγο χαθήκαν με τα περιστέρια τους, γινήκανε καπνός».

-«Κι ο καλόγερας»;

-«Έτριψε τα μάτια του, νομίζοντας πως καταφυγγιάστηκε, πως τάδε όλα στ’ όνειρό του. Αλλά μες στη βάρκα βρήκε πούπουλα κόκκινα και κάτω από τα πούπουλα ένα παράξενο κουκούτσι. Τρόμαξε. Τα πούπουλα τα σκόρπισε στη θάλασσα και το κουκούτσι το πέταξε στην ανηφοριά. Αυτό το κουκούτσι είναι ο ψηλότερος κουρμάς που βλέπουμε στον τόπο μας, χρόνια και χρόνια».

-«Ο πάππος μου», λέει ένας μικρός, «έχει ακουστά πως βγήκανε κουρσάροι στα βράχια μας κι είχανε και κουρμάδες μαζί τους. Κι ένα από τα κουκούτσια π’ αφήσανε στο κολατσιό τους, φύτρωσε, ψήλωσε, έγινε ο κουρμάς του Λιμενιού».

-«Τα ξέρω», είπε η Μαυρομιχάλαινα θυμωμένη, «κουρσάροι ήρθανε πολλές φορές στον τόπο μας από τη Μπαρμπαριά. Αλλά τον κουρμά τον έφεραν οι Νεράιδες…»

Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης, δεν πήγε με το κοπάδι το άλλο πρωΐ, έστειλε στο βουνό τη μάνα του κι εκείνος έμεινε να φυλά καραούλι να πιάσει τον κλέφτη του μαντριού. Τίποτα δε φαινότανε και καθώς η ώρα προχωρούσε, γλαρώθηκε στη θέσι του. ‘Αξαφνα άκουσε ανάμεσα στα βράχια τσάχαλα, πατημασιές. Με το δεξί του χέρι έπιασε την πιστόλα, το γαργάλι της πιστόλας και περίμενε. Αλλά το χέρι του πάγωσε μονομιάς, γιατί εκείνο που πρόβαλε σε λίγο δεν ήταν άνθρωπος. Ήτανε Νεράιδα. Ταμπουρώθηκε κάπου και με το μάτι περίμενε να την ξεχωρίσει πιο καλά. Η Νεράιδα πέρασε από μπροστά του κι αντίς να του πάρει τη μιλιά του χαμογέλασε κι ο άντρας με το αίμα του, με τα ψαχνά του, με τα κόκκαλά του, κατάλαβε πως ήταν γυναίκα, γλυκειά γυναίκα. Τη σήκωσε με τα χοντρά του χέρια, την πήρε και την έφερε ζαλισμένος στο σπίτι του, όπου την απόθεσε απάνου στη μεγάλη κασέλλα με την αντρομίδα και τα φαντά. Δεν ήξερε να του μιλάει, να του αποκρένεται. Ήξερε μόνο να του χαμογελά κι ο Μαυρομιχάλης δεν ήθελε τίποτ’ άλλο για να την κάμει δικιά του, για να σκύψει απάνου της και να τη ρουφήξει, όπως ρουφάνε οι διψασμένοι στον αυλό της βρύσης το νερό.

Αυτή η νια πόμοιαζε με μαλαματόβεργα, ανέβαινε από τα βράχια στο τυροκομείο κι έπαιρνε το τυρί. Δεν είχε τίποτ’ άλλο για να ζήσει. Τη πήρε γυναίκα του, έκανε μαζί της πολλά παιδιά κι η Νεράιδα του Γιώργη του Μαυρομιχάλη, όπως τη λέγανε σ’ όλα τα χωριά, ρίζωσε και γίνηκε Μανιάτισσα.

Λένε, πως ήτανε κάποια βασιλοπούλα, κάποια πριγκηπέσσα από την Ιταλία, από τη Φραγκιά, που επειδή έπεσε σε μεγάλο κρίμα, έδωσε διάτα ο πατέρας της να τη σκοτώσουνε. Αλλά η μάνα της, που πονούσε το σπλάχνο της, δεν άφισε να γίνει κρίμα. Την έβαλε σ’ ένα καράβι κι είπε στον καπετάνιο να την αφήσει στο πιο ξερό, στο πιο γυμνό, στο πιο έρημο μέρος που υπάρχει στη Μεσόγειο κι ο καπετάνιος την άφησε στα βράχια της Μάνης.

Ύστερα από χρόνια, ο πατέρας της, πεθαίνοντας, ένιωσε βάρος στη συνείδησή του γιατί εσκότωσε την κόρη του. Αλλά η μητέρα τον ξαλάφρωσε αποκαλύπτοντας το μυστικό της, τούπε πως την έστειλε με καράβι μακρυά, από κείνα τα χρόνια. Την αναζητήσανε, στείλανε νέο καράβι στη Μάνη κι όταν τη βρήκανε, της είπαν να ξαναγυρίσει στον πατέρα της, που την είχε συχωρέσει, που πρόσμενε τη συχώρεσή της κι αυτός. Τη συχώρεση του την έστειλε, αλλά δε γύρισε, δε θέλησε να γυρίσει στον τόπο της γιατί είχε πια δεθεί με τον τόπο του αντρός της. Σ’ αυτή τη γυναίκα, στο αίμα αυτής της γυναίκας, λένε πως χρωστούν οι Μαυρομιχαλαίοι την ομορφιά της ράτσας τους.

«Τη θύμηση της Μάνης,
της πέτρας και του αέρα της Μάνης,
θα τη παίρνω πάντα μαζί μου όπου πηγαίνω.
Σαν φυλαχτό…»

Γιώργος Φτέρης (Τσιμπιδάρος)

Πηγή: Περί γραφής

helectra

Share