Posts Tagged ‘γεωλογία’

Γνωρίζετε ότι οι ήπειροι της Ευρώπης και της Αφρικής ήταν κάποτε ενωμένες στον Βούρινο; Ότι μπορείτε να αγγίξετε τον μανδύα της γης στα ψηλά βουνά της Βάλια Κάλντα; Ότι υπάρχουν περισσότερα είδη πετρωμάτων κατά μήκος μισού χιλιομέτρου του Αλιάκμονα ποταμού (Ζάβορδα), από όσα υπάρχουν μαζί στις πολιτείες Αϊόβα, Ουισκόνσιν, Ιλινόις και Μινεσότα των ΗΠΑ; Ότι η λίμνη του Πολυφύτου δεν χρονολογείται από το 1973, αλλά υπάρχει τουλάχιστον εδώ και 4 εκατομμύρια χρόνια; (περισσότερα…)

Advertisements

Καρχαρίες στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας! Δάσκαλος στο σχολείο Αμυγδαλεών Γρεβενών βρήκε ένα δόντι καρχαρία, κάνοντας τη βόλτα του στην πλαγιά βουνού, σε υψόμετρο 800 μέτρων, και χθες το παρέδωσε στο Παλαιοντολογικό Μουσείο της Μηλιάς, όπου θα εκτίθεται μαζί με εκατοντάδες άλλα απολιθώματα προϊστορικών ζώων.


Το τριγωνικό δόντι έχει διαστάσεις 4×5 εκατοστά και ανήκε σε κήτος που έζησε κατά την περίοδο του Ολιγόκαινου, πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, όταν η περιοχή της σημερινής Δυτικής Μακεδονίας βρισκόταν στον βυθό της Τηθύος Θάλασσας, πριν αρχίσουν να συμβαίνουν οι τεκτονικές διεργασίες, με τις οποίες αναδύθηκε σταδιακά, δημιουργώντας την οροσειρά της Πίνδου. (περισσότερα…)

Ολοκληρώθηκε η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, στη διάρκεια της οποίας ο ρυθμός των επιστημονικών ανακαλύψεων ήταν ταχύτερος από ποτέ. Αν και η διεθνής οικονομική κρίση, ιδίως στην Ευρώπη, «απειλεί» τους προϋπολογισμούς που κατευθύνονται στην επιστημονική έρευνα και αρκετοί επιστήμονες-ερευνητές ανησυχούν για την έλλειψη κονδυλίων, αναμένεται η επιστημονική πρόοδος να συνεχιστεί καταιγιστική και το 2011. (περισσότερα…)

Η νοητή γραμμή Καστοριά-Γρεβενά-Τρίκαλα-Καρδίτσα-Λαμία αποτελεί, σήμερα, το δυτικό περιθώριο μιας παλιάς ηπείρου, που είναι γνωστή ως Πελαγονία και η οποία δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Ανώτερης Λιθανθρακοφόρου και Κατώτερης Πέρμιας Περιόδου, πριν από περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια!

Δυτικά της Πελαγονίας υπήρξε ένας ωκεανός, ο Ωκεανός της Πίνδου, ο οποίος δημιουργήθηκε στις αρχές της Τριαδικής Περιόδου, πριν από 240 εκατομμύρια χρόνια και συνέχισε να αυξάνεται μέχρι τα μέσα της Ιουρασικής Περιόδου, πριν από 170 εκατομμύρια χρόνια, οπότε και άρχισε να καταστρέφεται, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δημήτρης Κωστόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής, στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η τελική καταστροφή του Ωκεανού της Πίνδου συνέβη κατά τη διάρκεια της Ηωκαίνου Περιόδου, περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια πριν. Τα υπολείμματα των πετρωμάτων του Ωκεανού της Πίνδου επωθήθηκαν, σύμφωνα με τον ίδιο, επάνω στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονίας και, σήμερα, αναγνωρίζονται ως τα οφιολιθικά συμπλέγματα της Πίνδου, του Βούρινου, του Κόζιακα και της Όρθρυος. Η ήπειρος που βρισκόταν ακόμα δυτικότερα του Ωκεανού της Πίνδου είναι γνωστή ως Αδρία-Απουλία και σήμερα καταλαμβάνει την Ήπειρο και μεγάλες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου.

Η παραπάνω γνώση προέρχεται από πετρολογικές, γεωχημικές και τεκτονικές μελέτες των πετρωμάτων της ωκεάνιας λιθόσφαιρας του Ωκεανού της Πίνδου και των ηπειρωτικών λιθοσφαιρών της Πελαγονίας και Αδρίας-Απουλίας.

«Εδώ αξίζει να σημειωθεί- διευκρινίζει ο καθηγητής- ότι, με την κατασκευή του φράγματος του Ιλαρίωνα και την πλημμύριση τμήματος της κοιλάδας του Αλιάκμονα, θα χαθεί για πάντα η γεωλογική απόδειξη της επώθησης της ωκεάνιας λιθόσφαιρας του Ωκεανού της Πίνδου επάνω στην ηπειρωτική λιθόσφαιρα της Πελαγονίας, λόγω τεράστιων τεκτονικών δυνάμεων. Θα έπρεπε και στην πατρίδα μας, όπως γίνεται πλέον σε πολλές άλλες χώρες του εξωτερικού, να υπάρχει αυτό που λέμε: ‘Διατήρηση της Γεωλογικής Κληρονομιάς’ που θα αποτελούσε, μεταξύ άλλων και έναν ισχυρό πόλο έλξεως τουρισμού».

Οι μελέτες στην περιοχή της Θεσσαλίας, τονίζει ο κ. Κωστόπουλος, αφορούν κυρίως το ηπειρωτικό υπόβαθρο της Πελαγονίας στις περιοχές Φωτεινού Τρικάλων, Βερδικούσας, Καλλιθέας-Σαρανταπόρου, Κάτω Ολύμπου, Μαυροβουνίου-Πηλίου καθώς και τις οφιολιθικές εμφανίσεις (ωκεάνια λιθόσφαιρα) στον Κόζιακα, στη Δαφνοσπηλιά, στα Λουτρά Σμοκόβου και Ανάβρα Καρδίτσας αλλά και στον Τίταρο (βόρεια του Λιβαδίου Λάρισας).

Πλην ορισμένων εξαιρέσεων, το ηπειρωτικό υπόβαθρο της Πελαγονίας αποτελείται από γρανιτικά πετρώματα, ηλικίας 300 εκατομμυρίων ετών. Τα πετρώματα αυτά σχηματίσθηκαν σε ένα περιβάλλον σύγκλισης λιθοσφαιρικών πλακών όπως αυτό των Άνδεων της Νότιας Αμερικής λόγω κατάδυσης ενός παλιού ωκεανού, του Ωκεανού της Παλαιοτηθύος, κάτω από το νότιο άκρο μιας μεγα-ηπείρου, που επικρατούσε στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη γνωστής με το όνομα Λαυρωσία.

Σαράντα από τους κορυφαίους γεωλόγους ανά τον κόσμο, από χώρες όπως η Τουρκία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Αγγλία, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, επισκέφθηκαν περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας για να γνωρίσουν μερικά από τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας, αλλά και μερικά από τα σημαντικότερα γεωλογικά φαινόμενα, που χρησιμοποιούνται από τους επιστήμονες για την τεκμηρίωση της θεωρίας των λιθοσφαιρικών πλακών, η οποία αφορά -μεταξύ άλλων- τη μετακίνηση ηπείρων και τη δημιουργία, αλλά και την καταστροφή ωκεανών.

Οι ξένοι επιστήμονες, που συμμετείχαν σε επιστημονικό συνέδριο, μαζί με Έλληνες συναδέλφους τους, επισκέφθηκαν τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας, ηλικίας 700 εκατομμυρίων ετών.

Τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας μέχρι στιγμής , συνεχίζει ο κ. Κωστόπουλος, έχουν εντοπισθεί στις περιοχές Φωτεινού Τρικάλων, Δεσκάτης Γρεβενών και λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Φλώρινας. Πρόκειται για γρανίτες ηλικίας 700 εκατομμυρίων ετών. Η χρονολόγησή τους έγινε σε ορυκτά ζιρκόνια με τη μέθοδο ουρανίου-μολύβδου. Τα πετρώματα αυτά πρωτοδημιουργήθηκαν σε ένα περιβάλλον, όπως αυτό των σημερινών Άνδεων όπου η πλάκα του Ειρηνικού Ωκεανού καταδύεται κάτω από την πλάκα της Νότιας Αμερικής, στο βόρειο περιθώριο μιας μεγα-ηπείρου που επικρατούσε στα νότια γεωγραφικά πλάτη γνωστής με το όνομα Γκοντβάνα.

Από εκεί αποσχίσθηκαν (ως Αβαλονία) πριν από περίπου 500 εκατομμύρια χρόνια [λόγω γένεσης ενός ωκεανού που φέρει το όνομα Ρηικός Ωκεανός] και άρχισαν το προς βορρά ταξίδι τους για να φθάσουν στο τέλος να ενσωματωθούν στο νότιο περιθώριο της Λαυρωσίας. Τα πετρώματα αυτά αποτέλεσαν το υπόβαθρο, στο οποίο εισέδυσαν οι γρανίτες της Πελαγονίας πριν από 300 εκατομμύρια χρόνια.

Ο καθηγητής αναφέρεται ακόμα και για τις απολιθωμένες αίθουσες μάγματος, που βρίσκονταν κάποτε κάτω από υποθαλάσσια ηφαίστεια, τα οποία και τροφοδοτούσαν με λάβα.

Όπως δύο ωκεάνιες πλάκες απομακρύνονται η μία από την άλλη εκατέρωθεν της μεσο-ωκεάνιας ράχης με ταχύτητες μερικών εκατοστών το χρόνο, αναφέρει χαρακτηριστικά, ο κενός χώρος που δημιουργείται καταλαμβάνεται από το μάγμα που δημιουργείται λόγω τήξης του ανερχόμενου μανδύα (περιδοτίτη) κάτω από τη ράχη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται υποθαλάσσιες αίθουσες μάγματος όπου το μάγμα κρυσταλλώνεται και σχηματίζει καινούργιους τύπους πετρωμάτων.

Στη Θεσσαλία, τέτοιοι μαγματικοί θάλαμοι υπάρχουν στον Τίταρο, νότια της διασταύρωσης προς Λιβάδι από τη δασική οδό Φτέρης – Σκοτεινών και στον Κόζιακα. Οι πλέον επιβλητικοί μαγματικοί θάλαμοι ωκεάνιας λιθόσφαιρας βρίσκονται στην Πίνδο, μεταξύ Περιβολίου και Αβδέλας Γρεβενών και κατά μήκος του Ασπροπόταμου στη δασική οδό Περιβολίου – Μικρολίβαδου, καθώς επίσης και στον οφιόλιθο του Βούρινου στην περιοχή της Κράπας και του Ασπρόκαμπου. Ιδιαίτερα στον οφιόλιθο της Πίνδου, οι παραπάνω μαγματικοί θάλαμοι συνοδεύονται και από θεαματικές εμφανίσεις λάβας με σφαιρικές μορφές που είναι τυπικές των υποθαλάσσιων εκχύσεων. Στον οφιόλιθο της Όρθρυος υπέροχες εμφανίσεις σφαιροειδών λαβών μπορεί κανείς να δει κατά μήκος της κύριας οδού Λαμίας – Δομοκού στο ύψος της Καμηλόβρυσης και βορειότερα.

Επίσης, λόγος γίνεται και για τον μανδύα της γης, που διατηρείται, σήμερα, επάνω στις κορυφές των βουνών, στη Βάλια Κάλντα και το Βούρινο, λόγω των τεράστιων τεκτονικών δυνάμεων που χώρισαν μία φορά την Ελλάδα και μετά την ξαναένωσαν. Μέσα στα πετρώματα του μανδύα, φιλοξενούνται τα τεράστια κοιτάσματα χρωμίου που διαθέτει η Ελλάδα, όπως παραδείγματος χάριν αυτό στο Ξερολίβαδο Κοζάνης.

Πιο αναλυτικά οι οφιόλιθοι αναπαριστούν πετρώματα του ωκεάνιου φλοιού και του άνω τμήματος του ωκεάνιου μανδύα. Οι τεράστιες τεκτονικές δυνάμεις που δημιουργούνται κατά το στάδιο καταστροφής ενός ωκεανού όπου οι ήπειροι που τον περιβάλλουν συγκλίνουν οδηγούν σε αναδίπλωση και επώθηση του άνω τμήματος της ωκεάνιας λιθόσφαιρας επάνω στις ηπείρους. Με αυτόν τον τρόπο, περιδοτίτες του άνω μανδύα του Ωκεανού της Πίνδου βρίσκονται σήμερα στις κορυφές των βουνών στη Βάλια Κάλντα και το Βούρινο.

Τα κοιτάσματα χρωμίου δημιουργούνται από βασαλτικά μάγματα, πλούσια σε χρώμιο, που γεννώνται από την τήξη του περιδοτίτη (δηλ. του μανδύα) και τα οποία, λόγω άνωσης, διαπερνούν τη μανδυακή μήτρα που τα γέννησε και οδεύουν προς τα επάνω μέσα στην ωκεάνια λιθόσφαιρα να τροφοδοτήσουν τους θαλάμους μάγματος και αυτοί με τη σειρά τους τις υποθαλάσσιες εκχύσεις λάβας. Το πρώτο ορυκτό που κρυσταλλώνεται από τα μάγματα αυτά λέγεται σπινέλιος και είναι ένα οξείδιο του χρωμίου, αργιλίου, μαγνησίου και σιδήρου. Η κρυστάλλωση μεγάλων ποσοτήτων σπινέλιου και η μετέπειτα μηχανική συγκέντρωση του ορυκτού σε μεγάλες ποσότητες λόγω τεκτονικών δράσεων οδηγεί στο σχηματισμό κοιτασμάτων χρωμίου. Επειδή ο σπινέλιος αποτελεί την κύρια πηγή χρωμίου στη γη, κοινά λέγεται χρωμίτης.

Αν η περιεκτικότητα σε αργίλιο είναι μεγάλη, τότε ο χρωμίτης λέγεται πυρίμαχου τύπου, ενώ αν υπερισχύει η περιεκτικότητα σε χρώμιο λέγεται μεταλλουργικού τύπου. Τα κοιτάσματα χρωμίτη του Βούρινου είναι μεταλλουργικού τύπου και από τα πλουσιότερα του είδους τους στη γη. Ένα σημαντικότατο παραπροϊόν κατά τη μεταλλουργική επεξεργασία του χρωμίτη είναι τα πλατινοειδή (όσμιο, ιρίδιο, ρουθήνιο, ρόδιο, πλατίνα και παλλάδιο).

Αποστόλης Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Στους πρόποδες των μετεωρίτικων βράχων, στην «καρδιά» ενός σπάνιου γεωλογικού φαινομένου παγκόσμιας αναγνώρισης, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια τα γραφικά σπίτια από το Καστράκι, ένα μικρό χωριό μόλις χιλίων κατοίκων, που προσελκύει κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο.

Mε μια προσεκτική ματιά, ο επισκέπτης ανακαλύπτει τον ιδιαίτερο παραδοσιακό σχεδιασμό των παλιών κατοικιών στην άλλοτε πλατεία του χωριού, στο Μεσοχώρι. Με έντονο τοπικό ύφος και μοναδικότητα «έκφρασης», αυτοί οι μικροί «αρχιτεκτονικοί θησαυροί» διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της ιστορίας του οικισμού, μεταδίδοντας το μήνυμα της απλότητας και της απέριττης τυπολογικής απόδοσης των κατοικιών.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÁÇ ÃÉÙÑÃÇÓ ÊÁËÁÌÐÁÊÁ

Μάλιστα, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, στην περιοχή της Καλαμπάκας, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης και έρευνας από την Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, πριν από ένα μήνα, στο τμήμα των Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. ως ερευνητική εργασία με τη συνεργασία της επίκουρου καθηγήτριας Μαρίας Αρακαδάκη.

Η μελέτη περιλαμβάνει την πολεοδομική και αρχιτεκτονική διερεύνηση του οικισμού, με πλήρη σχέδια αποτυπώσεων για 13 παραδοσιακά σπίτια και κατόψεις για άλλα 6, τυπολογικούς πίνακες, κατασκευαστικές λεπτομέρειες, αλλά και εισαγωγικό σημείωμα με την τοποθεσία, τη γεωλογία, την ιστορία και τη λαογραφία του τόπου. Επιπλέον, γίνεται διαχωρισμός των περιόδων με διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις στην οικοδόμηση κατοικιών, ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών κατά την περίοδο που ανεγείρονται τα σπίτια και σύγκριση με τα κοντινότερα δείγματα παραδοσιακών χωριών. Τέλος, αναφέρονται κάποια συμπεράσματα και προτάσεις για μελλοντική διαφύλαξη της αρχιτεκτονικής ταυτότητας του Καστρακίου.

«Η αιτία που ενέπνευσε την ενασχόληση με τον συγκεκριμένο οικισμό είναι η καταγωγή της μητέρας μου, κυρίας Σούλας Κουρκουνά, από αυτόν», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κατερίνα Γαλιτσίδου. Στη διάρκεια των σπουδών της συνειδητοποίησε ότι κανένας δεν έχει ασχοληθεί με τα παλιά σπίτια του Καστρακίου, παρά την ιδιαίτερη αισθητική τους αξία. Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι εγκαταλελειμμένα, πάρα πολλά έχουν πέσει ή γκρεμιστεί και το μέλλον όσων έχουν απομείνει είναι αβέβαιο, αφού δεν υπάρχει καμιά οργανωμένη μέριμνα. Όσον αφορά το ιδιωτικό κομμάτι, η διατήρηση τους χωλαίνει, διότι είτε είναι πάρα πολλοί οι κληρονόμοι είτε οι ιδιοκτήτες έχουν μετοικήσει αλλού. Έτσι οδηγήθηκε, όπως εξηγεί, στη σχεδιαστική και φωτογραφική  αποτύπωση των 20 χαρακτηριστικότερων σπιτιών για να συντηρηθεί ακόμα και μέσω μίας μελέτης η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, αλλά και η τεχνική των μαστόρων στο χτίσιμο των κατοικιών, που αξίζει να σημειωθεί ότι γινόταν εμπειρικά.

Το παραδοσιακό καστρακινό σπίτι χαρακτηρίζεται από την τυπολογική του απλότητα και το συνετό ύφος στις μορφολογικές του εκφράσεις. Με τη διερεύνηση 20 σπιτιών καταλήγουμε- διευκρινίζει η ερευνήτρια-  πως η πιο διαδεδομένη διάταξη, ανεξάρτητα από τους εξώστες, τα βοηθητικά κτίρια και τις αυλές, είναι η τρίχωρη στον όροφο και δίχωρη στο ισόγειο, ενταγμένες στον πλατυμέτωπο τύπο. Στο ισόγειο αναπτύσσονται οι χώροι φύλαξης των ζωντανών και των τροφίμων σε δύο ξεχωριστά δωμάτια, ενώ στον όροφο έχουμε την κεντρική εγκάρσια σάλα, που ενώνει δύο αντιδιαμετρικά δωμάτια το ένα, το καλό συνήθως, για τον ύπνο και το άλλο για το μαγείρεμα και τη διημέρευση των νοικοκυραίων. Υπάρχουν φυσικά και άλλες τυπολογίες (μονόχωρες, τετράχωρες, τετράχωρες σχήματος Γ, πεντάχωρες κατοικίες, πλατυμέτωπες ή στενομέτωπες) που αναλύονται διεξοδικά με σχέδια, κείμενα και πίνακες στη μελέτη.

Μορφολογικά, αναλύει στη  μελέτη της η Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα καστρακινά σπίτια μπορούμε να τα εντάξουμε σε τρεις διαφορετικές περιόδους:

Η πρώτη περίοδος είναι από το 1850 ως το 1920. Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική φέρει πάνω της ανάγλυφη τη «ρομαντική» λαϊκή κοσμοθεωρία, που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον οικογενειακό συντηρητισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη και συμπόνια. Έτσι, αυτές οι κατοικίες είναι κλειστές, λιτές και ολοκληρωμένες, με απέριττες διευθετήσεις του χώρου. Όταν, όμως, έρχεται η ώρα να βγει κάποιος στον έξω κόσμο, να ξαποστάσει από τις υποχρεώσεις, το καλντερίμι αποτελεί την αυλή του, το πεζούλι της εξώθυρας παίζει τον ρόλο του «ισόγειου» μπαλκονιού του, απ’ όπου δεν παρατηρεί μόνο, αλλά μοιράζεται τα βάσανά του «δημόσια».

Η κάλυψη των σπιτιών της πρώτης περιόδου γίνεται με ψηλές δίριχτες, τρίριχτες ή τετράριχτες σκεπές. Την ίδια περίοδο έχουμε και τετράγωνα κλειστά διώροφα και στενομέτωπα σπίτια. Οι εξώστες δεν είναι πολύ συνηθισμένοι και η πιο διαδεδομένη μορφή τους είναι το στεγασμένο μεγάλο πλατύσκαλο της ξύλινης ή πέτρινης εξωτερικής σκάλας που επιτρέπει την προσπέλαση στον όροφο. Βοηθητικά κτίρια δεν υφίστανται, καθώς δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση των νοικοκυραίων.

Η δεύτερη περίοδος
ξεκινά το 1920 και φτάνει έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η νέα περίοδος που ακολουθεί, με ορόσημο το χτίσιμο του τοπικού σχολείου, προάγει άλλες οικογενειακές και  κοινωνικές ανάγκες και συνεπώς θέτει άλλες προτεραιότητες. Οι καστρακινοί βιώνουν την έλλειψη άνεσης στους χώρους όπου διημερεύει η οικογένεια και προσανατολίζονται σε μεγαλύτερα δωμάτια, ακολουθώντας παρ’ όλα αυτά τις ίδιες τυπολογίες. Παράλληλα, υπάρχει και μία τάση «ανοίγματος» του νοικοκυριού προς τους πιθανούς επισκέπτες. Έτσι οι καλοί χώροι απομονώνονται στον όροφο, όπου υπάρχει και σάλα υποδοχής για τους καλεσμένους, που ενίοτε καταλήγει σε όμορφο ξυλόγλυπτο ή μεταλλικό εξώστη, ενώ ο τυπικός κεντρικός διάδρομος της τρίχωρης τυπολογίας φαρδαίνει γι’ αυτό το λόγο. Τα υπνοδωμάτια εκατέρωθεν της σάλας μεγαλώνουν, αποκτούν όλα τζάκι και εξωραΐζονται με πολυτελή έπιπλα, μεγαλύτερα και περισσότερα παράθυρα, όμορφα επεξεργασμένα ταβάνια. Οι πρόχειροι χώροι είναι όλοι στο ισόγειο-υπόγειο και συμπληρώνονται με βοηθητικούς ισόγειους χώρους, όπως κουζίνα, μπάνιο και αποθήκη, που εφάπτονται κυρίως στην πίσω και σπανιότερα στην πλάγια όψη.

Οι κοινωνικές σχέσεις φιλτράρονται μερικώς με την είσοδο της «νέας» αρχιτεκτονικής. Οι ανάγκες προβολής και κοινωνικής επίδειξης πλέον ικανοποιούνται και οι δημόσιες σχέσεις καλλιεργούνται επιλεκτικά στις ιδιωτικές αυλές και τους εξώστες. Είναι το πέρασμα από την ανοιχτή λαϊκή νοοτροπία στην εκλεπτυσμένη αστική.

Η τρίτη περίοδος αφορά ουσιαστικά μια πενταετία, από το 1950 έως το 1955. Τα σπίτια που χτίζονται μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρούν τον αστικό χαρακτήρα της προηγούμενης περιόδου, σε συνδυασμό με την παλαιά λαϊκή αμεσότητα στα δρώμενα του δημόσιου χώρου. Έτσι, διατηρούνται μορφολογικά στοιχεία, όπως το γείσο της στέγης, τα προσεγμένα ταμπλαδωτά κουφώματα, με τα αντίστοιχα πλαίσια από σοβά και τα αγκωνάρια. Είναι εμφανές όμως και το «άνοιγμα» των οικοδομών προς τους δρόμους, τους κοινόχρηστους δημόσιους χώρους.

Ίσως οι κακουχίες και οι απώλειες αγαπημένων προσώπων κατά τον πόλεμο να έστρεψαν τους καστρακινούς στην απλότητα των αστικών προτύπων και την αναθέρμανση των δημοσίων σχέσεων. Τέλος, αναφορικά με τα υλικά δομής η πέτρα από φυσικούς τοπικούς πόρους, το ξύλο από κοντινά δασικά μέρη και οι κεραμοσκεπές είναι τα στοιχεία που επικρατούν στην αρχιτεκτονική κατοικίας στο Καστράκι.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share