Posts Tagged ‘Θεσσαλία’

Ένα χωριό «πνιγμένο» στα αμπέλια και στα φημισμένα κρασιά του.

Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιού και τσίπουρου και, μάλιστα, στην περιοχή καλλιεργείται μια μοναδική στην Ελλάδα ποικιλία σταφυλιού. Πρόκειται για το χωριό Μεσενικόλα του νομού Καρδίτσας, το οποίο είναι «πνιγμένο» στους πανέμορφους αμπελώνες του, σε υψόμετρο 700 μέτρων, και περιτριγυρίζεται από δάση δρυός και καστανιάς.

Ο Μεσενικόλας, που πολλοί έχουν αποκαλέσει «μπαλκόνι» της Θεσσαλίας, είναι ένα από τα πιο όμορφα και ιστορικά χωριά του νομού Καρδίτσας κοντά στη λίμνη Πλαστήρα. Η ποικιλία σταφυλιού «Μαύρο Μεσενικόλα» όπως αναφέρει ο Γιώργος Κρανιάς, πρόεδρος του Δ.Σ. του Οίκου Οίνου και Αμπέλου, είναι ποικιλία μετρίως παραγωγική, ευαίσθητη στην ανθόρροια και το ωΐδιο, ανθεκτική όμως στην ξηρασία, τον περονόσπορο και το βοτρύτη.

Κάνει σταφύλι μέσου μεγέθους, κωνικό ή κυλινδροκωνικό, συνήθως διπλό και πυκνό. Η ρόγα, που όταν ωριμάσει καλά έχει μαύρη φλούδα, είναι σφαιρική, μέτριας σκληρότητας, πλούσια σε τανίνη, φτωχή σε οξέα, με σάρκα χυμώδη, άχρωμη και γλυκιά. Το κλάδεμα γίνεται κοντό (δύο-τρεις οφθαλμοί) και η ωρίμανση ολοκληρώνεται στο τέλος του Σεπτέμβρη. Η δε παραγωγή κυμαίνεται σε 700-1000 κιλά ανά στρέμμα στους ξηρικούς αμπελώνες. Αξίζει να σημειωθεί πως η ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα», όταν οινοποιηθεί σωστά, δίνει οίνους ποιότητας, με λεπτά αρώματα.

Το χωριό Μεσενικόλας βρίσκεται στα ίχνη μιας αρχαίας μικρής πόλης της Θεσσαλιώτιδας, της Πολίχνας. Η Πολίχνα ήταν ένα από τα οχυρά φρούρια που περιέβαλλαν την αρχαία Μητρόπολη και ήλεγχε το πέρασμα, από το οποίο ξεχύνονταν και έκαναν επιδρομές στο Θεσσαλικό κάμπο οι αρχαίοι Δόλοπες και Αθαμάνες. Προτού καταστραφεί το οχυρό της Πολίχνας, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, είναι πιθανό ότι οι κάτοικοι, ύστερα από μικρή μετακίνηση, λόγω κατολισθήσεων, έκτισαν το καινούργιο χωριό.

Το όνομα προέρχεται από κάποιον μεγάλο νοικοκύρη του χωριού, που οι Φράγκοι ονόμαζαν Μεσιέ – Νικόλα. Ο ίδιος ίσως να έφερε στην περιοχή την αμπελοκαλλιέργεια και συγκεκριμένα την ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα«, η οποία δεν καλλιεργείται σε άλλη περιοχή της χώρας μας. Σημειωτέον ότι, η Θεσσαλία έζησε 110 περίπου χρόνια τη δουλοπαροικία των Φράγκων. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή, που στηρίζεται στις πληροφορίες του ιστορικού Γουίλιαμ Μίλλερ, στο έργο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», η ονομασία προέρχεται από τον πρωτοστάτορα και βάιλο της Αχαΐας Νικολά Σαντομέρ τον ΙΙΙ.

Ο πρωτοστάτορας Νικολά Σαντομέρ, που ήταν αρχηγός στρατεύματος περίπου 40.000 ανδρών, έφθασε στην περιοχή μας το 1304, για να ξαναπάρει το κάστρο του Φαναρίου από τη βασίλισσα της Ηπείρου Άννα, που το είχε καταλάβει αυθαίρετα. Επειδή, όμως, δεν έγινε τελικά πόλεμος, αφού η βασίλισσα της Ηπείρου Άννα συνθηκολόγησε, το στράτευμα ήταν πια άχρηστο και διαλύθηκε στη Θεσσαλία. Είναι, λοιπόν, πιθανό ένα τμήμα του στρατεύματος να ανέβηκε στην πρώτη οροσειρά των Αγράφων όπου του παραχωρήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας και εγκαταστάθηκε στον οικισμό που βρήκε ή ίδρυσε και που τελικά πήρε την ονομασία Μεσενικόλας από το μικρό όνομα του αρχηγού της εκστρατείας. Μέχρι τις ημέρες μας, μια τοποθεσία στο χωριό ονομάζεται «Κυρ-Νικ» (Του κυρίου Νίκου).

Ο Μεσενικόλας εμφανίζεται για πρώτη φορά ως συγκροτημένος οικισμός σε γραπτό κείμενο με το όνομα Μοσνικόλας, στην απογραφή τμήματος της Θεσσαλίας, που πραγματοποίησε ο Μουράτ Μπέης στα 1454 – 1455. Η πληροφορία βασίζεται σε αδημοσίευτο ακόμα κατάστιχο, που φυλάσσεται στα Αρχεία του Προεδρικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης. Η παραφθορά του ονόματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως διαφορετικό όνομα από το σημερινό.

Ο Μεσενικόλας όπως και η υπόλοιπη περιοχή, από το 1525, που υπογράφηκε η περίφημη συνθήκη της αυτονομίας των Αγράφων (Συνθήκη Ταμασίου) έζησε σε καθεστώς αυτοδιοίκησης μέχρι και την εποχή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος καταπατώντας τη συνθήκη (1790), κατάλυσε την αυτονομία των Αγράφων. Την επόμενη γραπτή μαρτυρία την έχουμε από την κτητορική επιγραφή της εκκλησίας της Παναγίας του Μεσενικόλα που αναφέρει το δωρητή της αγιογράφησης το έτος 1637.

Η ανάκαμψη θα αρχίσει την δεκαετία του 1970 με συνέπεια αρκετοί νέοι να μείνουν στο χωριό. Τις τελευταίες δεκαετίες το χωριό γνωρίζει μία πρωτόγνωρη ανοικοδόμηση κατοικιών που χρησιμοποιούνται είτε σαν κύριες κατοικίες είτε οι περισσότερες σαν εξοχικές και δύο σαν ιδιωτικοί ξενώνες. Η αναγνώριση του κρασιού «Μαύρο Μεσενικόλα» ως κρασί ονομασίας προέλευσης ανωτέρας ποιότητας ανοίγει νέες προοπτικές.

Στους αμπελώνες του χωριού καλλιεργείται η τοπική ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα» η οποία μαζί με τις ποικιλίες «ΣΙΡΑΧ» και «ΚΑΡΙΝΙΑΝ» δίνει το εκλεκτό κρασί ονομασίας προέλευσης ανώτερης ποιότητας. Το χωριό βρίσκεται πάνω στο οδικό κύκλωμα της λίμνης Πλαστήρα για τη δημιουργία της οποίας προσέφερε τις περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από κάθε άλλο χωριό της περιοχής. Η παραλίμνια περιοχή του χωριού είναι αυστηρά προστατευόμενη περιοχή απαλλαγμένη από κάθε μορφής δόμηση και προσφέρει στους επισκέπτες της αξέχαστες στιγμές γαλήνης και ηρεμίας. Περιοχή ιδανική για πεζοπορία , ορεινό ποδήλατο, ψάρεμα, κυνήγι και αξέχαστη επαφή με τη χωρίς προηγούμενο ποικιλότητα της ντόπιας χλωρίδας και πανίδας. Η γιορτή κρασιού Μεσενικόλα αποτελεί μια από τις κορυφαίες εκδηλώσεις του Ν. Καρδίτσας, που έγινε θεσμός και πολιτιστικό γεγονός ευρύτερης ακτινοβολίας.

Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 ως Γιορτή Σταφυλιού και Κρασιού Μεσενικόλα. Γινόταν στη κεντρική πλατεία του χωριού στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Καρδίτσας, με παράλληλη έκθεση και βράβευση αγροτικών προϊόντων, για να διακοπεί στη συνέχεια για αρκετά χρόνια. Το 1984 με απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου καθιερώθηκε η Γιορτή Κρασιού Μεσενικόλα, η οποία γίνεται στις ημέρες του δεκαπενταύγουστου και συνδυάζεται με το πανηγύρι της εκκλησίας του χωριού (Κοίμηση της Θεοτόκου). Γίνεται σ’ έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στη θέση «καστανιές» σ’ ένα καταπράσινο, ειδυλλιακό και δροσερό περιβάλλον.

Κάθε χρόνο στις 5 του Σεπτέμβρη γίνεται στο Μεσενικόλα η μοναδική εμποροπανήγυρη της περιοχής της Νεβρόπολης. Το παζαράκι, όπως ονομάζεται, γινόταν παλαιότερα στη Νεβρόπολη στην περιοχή «Άσπρα λιθάρια». Η δημιουργία της λίμνης όμως μετέφερε το παζαράκι στην πλατεία του Μεσενικόλα. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, που στα χωριά της περιοχής κατοικούσε πολύς κόσμος , το παζαράκι ήταν μοναδική ευκαιρία για τις αγορές ενόψει του χειμώνα. Είδη προίκας , ρούχα , ζαχαρωτά , τυροκομικά , παιγνίδια απλώνονταν στις παράγκες των πλανόδιων εμπόρων. Το βράδυ τα κλαρίνα συνοδεύονταν με το Μεσενικολίτικο κρασί. Και σήμερα όμως παρά τη μεγάλη μείωση του πληθυσμού το παζαράκι εξακολουθεί να δίνει νότες χαράς και κεφιού στις πρώτες μελαγχολικές μέρες του Σεπτέμβρη.

Άλλα αξιόλογα έθιμα του χωριού είναι τα «λοκαντζάρια» την παραμονή των Φώτων και ο «αναφανός» στην Ανάσταση το Πάσχα. Σήμερα, στο χωριό ζουν και εργάζονται αρκετοί αμπελουργοί και οινοποιοί, έχουν κατασκευαστεί μάλιστα τελευταία δύο σύγχρονα οινοποιεία, ενώ σταφύλια του χωριού οινοποιούνται και από το οινοποιείο της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών της Καρδίτσας. Το Μουσείο του κρασιού και του αμπελιού (Οίκος Οίνου και Αμπέλου), που κατασκευάστηκε από τον Δήμο Πλαστήρα, στο χωριό, είναι μια σοβαρή προσπάθεια για την ανάπτυξη του οινοτουρισμού στην περιοχή της λίμνης Πλαστήρα και την προβολή των κρασιών και του χωριού γενικότερα.

Απ. Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

helectra

Share

Η νοητή γραμμή Καστοριά-Γρεβενά-Τρίκαλα-Καρδίτσα-Λαμία αποτελεί, σήμερα, το δυτικό περιθώριο μιας παλιάς ηπείρου, που είναι γνωστή ως Πελαγονία και η οποία δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της Ανώτερης Λιθανθρακοφόρου και Κατώτερης Πέρμιας Περιόδου, πριν από περίπου 300 εκατομμύρια χρόνια!

Δυτικά της Πελαγονίας υπήρξε ένας ωκεανός, ο Ωκεανός της Πίνδου, ο οποίος δημιουργήθηκε στις αρχές της Τριαδικής Περιόδου, πριν από 240 εκατομμύρια χρόνια και συνέχισε να αυξάνεται μέχρι τα μέσα της Ιουρασικής Περιόδου, πριν από 170 εκατομμύρια χρόνια, οπότε και άρχισε να καταστρέφεται, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δημήτρης Κωστόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής, στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η τελική καταστροφή του Ωκεανού της Πίνδου συνέβη κατά τη διάρκεια της Ηωκαίνου Περιόδου, περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια πριν. Τα υπολείμματα των πετρωμάτων του Ωκεανού της Πίνδου επωθήθηκαν, σύμφωνα με τον ίδιο, επάνω στο δυτικό περιθώριο της Πελαγονίας και, σήμερα, αναγνωρίζονται ως τα οφιολιθικά συμπλέγματα της Πίνδου, του Βούρινου, του Κόζιακα και της Όρθρυος. Η ήπειρος που βρισκόταν ακόμα δυτικότερα του Ωκεανού της Πίνδου είναι γνωστή ως Αδρία-Απουλία και σήμερα καταλαμβάνει την Ήπειρο και μεγάλες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου.

Η παραπάνω γνώση προέρχεται από πετρολογικές, γεωχημικές και τεκτονικές μελέτες των πετρωμάτων της ωκεάνιας λιθόσφαιρας του Ωκεανού της Πίνδου και των ηπειρωτικών λιθοσφαιρών της Πελαγονίας και Αδρίας-Απουλίας.

«Εδώ αξίζει να σημειωθεί- διευκρινίζει ο καθηγητής- ότι, με την κατασκευή του φράγματος του Ιλαρίωνα και την πλημμύριση τμήματος της κοιλάδας του Αλιάκμονα, θα χαθεί για πάντα η γεωλογική απόδειξη της επώθησης της ωκεάνιας λιθόσφαιρας του Ωκεανού της Πίνδου επάνω στην ηπειρωτική λιθόσφαιρα της Πελαγονίας, λόγω τεράστιων τεκτονικών δυνάμεων. Θα έπρεπε και στην πατρίδα μας, όπως γίνεται πλέον σε πολλές άλλες χώρες του εξωτερικού, να υπάρχει αυτό που λέμε: ‘Διατήρηση της Γεωλογικής Κληρονομιάς’ που θα αποτελούσε, μεταξύ άλλων και έναν ισχυρό πόλο έλξεως τουρισμού».

Οι μελέτες στην περιοχή της Θεσσαλίας, τονίζει ο κ. Κωστόπουλος, αφορούν κυρίως το ηπειρωτικό υπόβαθρο της Πελαγονίας στις περιοχές Φωτεινού Τρικάλων, Βερδικούσας, Καλλιθέας-Σαρανταπόρου, Κάτω Ολύμπου, Μαυροβουνίου-Πηλίου καθώς και τις οφιολιθικές εμφανίσεις (ωκεάνια λιθόσφαιρα) στον Κόζιακα, στη Δαφνοσπηλιά, στα Λουτρά Σμοκόβου και Ανάβρα Καρδίτσας αλλά και στον Τίταρο (βόρεια του Λιβαδίου Λάρισας).

Πλην ορισμένων εξαιρέσεων, το ηπειρωτικό υπόβαθρο της Πελαγονίας αποτελείται από γρανιτικά πετρώματα, ηλικίας 300 εκατομμυρίων ετών. Τα πετρώματα αυτά σχηματίσθηκαν σε ένα περιβάλλον σύγκλισης λιθοσφαιρικών πλακών όπως αυτό των Άνδεων της Νότιας Αμερικής λόγω κατάδυσης ενός παλιού ωκεανού, του Ωκεανού της Παλαιοτηθύος, κάτω από το νότιο άκρο μιας μεγα-ηπείρου, που επικρατούσε στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη γνωστής με το όνομα Λαυρωσία.

Σαράντα από τους κορυφαίους γεωλόγους ανά τον κόσμο, από χώρες όπως η Τουρκία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Αγγλία, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, επισκέφθηκαν περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας για να γνωρίσουν μερικά από τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας, αλλά και μερικά από τα σημαντικότερα γεωλογικά φαινόμενα, που χρησιμοποιούνται από τους επιστήμονες για την τεκμηρίωση της θεωρίας των λιθοσφαιρικών πλακών, η οποία αφορά -μεταξύ άλλων- τη μετακίνηση ηπείρων και τη δημιουργία, αλλά και την καταστροφή ωκεανών.

Οι ξένοι επιστήμονες, που συμμετείχαν σε επιστημονικό συνέδριο, μαζί με Έλληνες συναδέλφους τους, επισκέφθηκαν τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας, ηλικίας 700 εκατομμυρίων ετών.

Τα αρχαιότερα πετρώματα της Ελλάδας μέχρι στιγμής , συνεχίζει ο κ. Κωστόπουλος, έχουν εντοπισθεί στις περιοχές Φωτεινού Τρικάλων, Δεσκάτης Γρεβενών και λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Φλώρινας. Πρόκειται για γρανίτες ηλικίας 700 εκατομμυρίων ετών. Η χρονολόγησή τους έγινε σε ορυκτά ζιρκόνια με τη μέθοδο ουρανίου-μολύβδου. Τα πετρώματα αυτά πρωτοδημιουργήθηκαν σε ένα περιβάλλον, όπως αυτό των σημερινών Άνδεων όπου η πλάκα του Ειρηνικού Ωκεανού καταδύεται κάτω από την πλάκα της Νότιας Αμερικής, στο βόρειο περιθώριο μιας μεγα-ηπείρου που επικρατούσε στα νότια γεωγραφικά πλάτη γνωστής με το όνομα Γκοντβάνα.

Από εκεί αποσχίσθηκαν (ως Αβαλονία) πριν από περίπου 500 εκατομμύρια χρόνια [λόγω γένεσης ενός ωκεανού που φέρει το όνομα Ρηικός Ωκεανός] και άρχισαν το προς βορρά ταξίδι τους για να φθάσουν στο τέλος να ενσωματωθούν στο νότιο περιθώριο της Λαυρωσίας. Τα πετρώματα αυτά αποτέλεσαν το υπόβαθρο, στο οποίο εισέδυσαν οι γρανίτες της Πελαγονίας πριν από 300 εκατομμύρια χρόνια.

Ο καθηγητής αναφέρεται ακόμα και για τις απολιθωμένες αίθουσες μάγματος, που βρίσκονταν κάποτε κάτω από υποθαλάσσια ηφαίστεια, τα οποία και τροφοδοτούσαν με λάβα.

Όπως δύο ωκεάνιες πλάκες απομακρύνονται η μία από την άλλη εκατέρωθεν της μεσο-ωκεάνιας ράχης με ταχύτητες μερικών εκατοστών το χρόνο, αναφέρει χαρακτηριστικά, ο κενός χώρος που δημιουργείται καταλαμβάνεται από το μάγμα που δημιουργείται λόγω τήξης του ανερχόμενου μανδύα (περιδοτίτη) κάτω από τη ράχη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται υποθαλάσσιες αίθουσες μάγματος όπου το μάγμα κρυσταλλώνεται και σχηματίζει καινούργιους τύπους πετρωμάτων.

Στη Θεσσαλία, τέτοιοι μαγματικοί θάλαμοι υπάρχουν στον Τίταρο, νότια της διασταύρωσης προς Λιβάδι από τη δασική οδό Φτέρης – Σκοτεινών και στον Κόζιακα. Οι πλέον επιβλητικοί μαγματικοί θάλαμοι ωκεάνιας λιθόσφαιρας βρίσκονται στην Πίνδο, μεταξύ Περιβολίου και Αβδέλας Γρεβενών και κατά μήκος του Ασπροπόταμου στη δασική οδό Περιβολίου – Μικρολίβαδου, καθώς επίσης και στον οφιόλιθο του Βούρινου στην περιοχή της Κράπας και του Ασπρόκαμπου. Ιδιαίτερα στον οφιόλιθο της Πίνδου, οι παραπάνω μαγματικοί θάλαμοι συνοδεύονται και από θεαματικές εμφανίσεις λάβας με σφαιρικές μορφές που είναι τυπικές των υποθαλάσσιων εκχύσεων. Στον οφιόλιθο της Όρθρυος υπέροχες εμφανίσεις σφαιροειδών λαβών μπορεί κανείς να δει κατά μήκος της κύριας οδού Λαμίας – Δομοκού στο ύψος της Καμηλόβρυσης και βορειότερα.

Επίσης, λόγος γίνεται και για τον μανδύα της γης, που διατηρείται, σήμερα, επάνω στις κορυφές των βουνών, στη Βάλια Κάλντα και το Βούρινο, λόγω των τεράστιων τεκτονικών δυνάμεων που χώρισαν μία φορά την Ελλάδα και μετά την ξαναένωσαν. Μέσα στα πετρώματα του μανδύα, φιλοξενούνται τα τεράστια κοιτάσματα χρωμίου που διαθέτει η Ελλάδα, όπως παραδείγματος χάριν αυτό στο Ξερολίβαδο Κοζάνης.

Πιο αναλυτικά οι οφιόλιθοι αναπαριστούν πετρώματα του ωκεάνιου φλοιού και του άνω τμήματος του ωκεάνιου μανδύα. Οι τεράστιες τεκτονικές δυνάμεις που δημιουργούνται κατά το στάδιο καταστροφής ενός ωκεανού όπου οι ήπειροι που τον περιβάλλουν συγκλίνουν οδηγούν σε αναδίπλωση και επώθηση του άνω τμήματος της ωκεάνιας λιθόσφαιρας επάνω στις ηπείρους. Με αυτόν τον τρόπο, περιδοτίτες του άνω μανδύα του Ωκεανού της Πίνδου βρίσκονται σήμερα στις κορυφές των βουνών στη Βάλια Κάλντα και το Βούρινο.

Τα κοιτάσματα χρωμίου δημιουργούνται από βασαλτικά μάγματα, πλούσια σε χρώμιο, που γεννώνται από την τήξη του περιδοτίτη (δηλ. του μανδύα) και τα οποία, λόγω άνωσης, διαπερνούν τη μανδυακή μήτρα που τα γέννησε και οδεύουν προς τα επάνω μέσα στην ωκεάνια λιθόσφαιρα να τροφοδοτήσουν τους θαλάμους μάγματος και αυτοί με τη σειρά τους τις υποθαλάσσιες εκχύσεις λάβας. Το πρώτο ορυκτό που κρυσταλλώνεται από τα μάγματα αυτά λέγεται σπινέλιος και είναι ένα οξείδιο του χρωμίου, αργιλίου, μαγνησίου και σιδήρου. Η κρυστάλλωση μεγάλων ποσοτήτων σπινέλιου και η μετέπειτα μηχανική συγκέντρωση του ορυκτού σε μεγάλες ποσότητες λόγω τεκτονικών δράσεων οδηγεί στο σχηματισμό κοιτασμάτων χρωμίου. Επειδή ο σπινέλιος αποτελεί την κύρια πηγή χρωμίου στη γη, κοινά λέγεται χρωμίτης.

Αν η περιεκτικότητα σε αργίλιο είναι μεγάλη, τότε ο χρωμίτης λέγεται πυρίμαχου τύπου, ενώ αν υπερισχύει η περιεκτικότητα σε χρώμιο λέγεται μεταλλουργικού τύπου. Τα κοιτάσματα χρωμίτη του Βούρινου είναι μεταλλουργικού τύπου και από τα πλουσιότερα του είδους τους στη γη. Ένα σημαντικότατο παραπροϊόν κατά τη μεταλλουργική επεξεργασία του χρωμίτη είναι τα πλατινοειδή (όσμιο, ιρίδιο, ρουθήνιο, ρόδιο, πλατίνα και παλλάδιο).

Αποστόλης Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Στοχεύει στην ανάδειξη της ιστορικής ταυτότητας της πόλης του Βόλου και αποτελεί έναν ισχυρό μουσειακό πόλο. Παράλληλα, συμβάλλει στην ενίσχυση του πολιτισμικού αποθέματος της περιφέρειας Θεσσαλίας, στη διάσωση και προβολή της βιομηχανικής κληρονομιάς καθώς και στην ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας. Ο λόγος για το Μουσείο Πλινθοκεραμοποιΐας Τσαλαπάτα, που προστέθηκε στο δυναμικά αναπτυσσόμενο Δίκτυο Θεματικών Τεχνολογικών Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ).

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ- ÌÏÕÓÅÉÏ ÐËÉÍÈÏÊÅÑÁÌÏÐÏÉÉÁÓ ÔÓÁËÁÐÁÔÁ ÓÔÏ ÂÏËÏ

Σύμφωνα με στοιχεία της Δημοτικής Επιχείρησης Μελετών Κατασκευών και Ανάπτυξης  Βόλου (ΔΕΜΕΚΑΒ), το ατμοκίνητο πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα κτίσθηκε το 1925 από τους αδελφούς Σπ. και Νικ. Τσαλαπάτα, με τις οδηγίες Βέλγων μηχανικών, με σκοπό την παραγωγή τούβλων και κεραμιδιών. Καταλαμβάνει μια έκταση 22.000 τ.μ., από τα οποία 7.500 τ.μ. είναι στεγασμένα. Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του απασχολούσε 125 – 150 άτομα και είχε εγκατεστημένη ισχύ 150 ίππων με ταυτόχρονη παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος για τις ανάγκες του εργοστασίου.

Το 1928 έγινε επέκταση του εργοστασίου. Η εγκατεστημένη ισχύς ανέρχεται πλέον στους 300 ίππους το δε προσωπικό στα 200 – 250 άτομα. Τα προϊόντα του εργοστασίου ήταν διάφοροι τύποι τούβλων (οκτάτρυπα, εξάτρυπα, συμπαγή), κεραμίδια Γαλλικού τύπου (Μασσαλίας), κεραμίδια Ελληνικού τύπου (Βυζαντινά) καθώς και κορυφοκέραμα.

Η ετήσια παραγωγή του εργοστασίου έφτανε τα 8.000.000 – 9.000.000 τεμάχια διαφόρων τύπων. Η παραγωγή του εργοστάσιου διακόπτεται δυο φορές: μια κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου και μια με τους σεισμούς του 1955 που υπέστη σοβαρές ζημίες. Η αποκατάσταση των ζημιών αυτών έγινε δυστυχώς με πρόχειρο τρόπο, συνήθως με ξύλινες κατασκευές για τα κτίρια και διάφορες ευρεσιτεχνίες για το μηχανολογικό εξοπλισμό.

Στη δεκαετία του ’60, το εργοστάσιο διακόπτει την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος για τις ανάγκες του και συνδέεται στο εθνικό δίκτυο της ΔΕΗ. Την ίδια περίοδο αγοράζονται ηλεκτροκίνητα μηχανήματα επεξεργασίας της πρώτης ύλης καθώς και παραγωγής τούβλων και κεραμιδιών. Το προσωπικό μειώνεται στα 80 άτομα. Το 1975, το πλινθοκεραμοποιείο Τσαλαπάτα διακόπτει οριστικά την λειτουργία του λόγω του ανταγωνισμού και των συσσωρευμένων οικονομικών απαιτήσεων.

Το 1994, ο Δήμος Βόλου αγοράζει το συγκρότημα από τους κληρονόμους Τσαλαπάτα στο πλαίσιο του προγράμματος URBAN και λίγο αργότερα η Δημοτική Επιχείρηση Μελετών Κατασκευών και Ανάπτυξης Βόλου (ΔΕΜΕΚΑΒ) εκπονεί τις μελέτες για την αποκατάσταση των χώρων, του μηχανολογικού εξοπλισμού, καθώς και την ένταξη νέων χρήσεων. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το 1998 και τελείωσαν το 2001.

Το πλινθοκεραμοποιείο περιλαμβάνει συγκρότημα βιομηχανικών κτιρίων 7.600 τ.μ. και υπόστεγους χώρους 4.900 τ.μ. Αποτελεί σημαντικό δείγμα διασωζόμενου βιομηχανικού συγκροτήματος στο είδος του, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η μοναδικότητά του έγκειται στο γεγονός ότι διατηρούνται όλα τα στοιχεία των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού στις διάφορες φάσεις παραγωγής, από την ατμοκίνηση μέχρι τη χρήση του ηλεκτρισμού, ενώ συντηρείται σε άριστη κατάσταση και η κάμινος Hoffmann και μάλιστα στην αρχική της μορφή, με τη χρήση κάρβουνου ως καύσιμου υλικού. Το σύνολο του συγκροτήματος έχει κριθεί διατηρητέο με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού (ΦΕΚ 593 / 6.7.95).

Η ιστορική σημασία του εργοστασίου, η ανάγκη διατήρησης της βιομηχανικής κληρονομιάς, αλλά και η κεντρική του θέση στον ιστό της πόλης, συνετέλεσαν στην απόφαση της δημοτικής αρχής να επιλεγεί το συγκρότημα ως επίκεντρο των παρεμβάσεων αναβάθμισης της συνοικίας των Παλαιών μέσω της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας URBAN.

Στο πλαίσιο του προγράμματος URBAN, το εργοστάσιο αγοράσθηκε από το Δήμο Βόλου το 1995 και χρηματοδοτήθηκε η αποκατάσταση των κτιρίων και η ένταξη σ’ αυτά νέων χρήσεων για τη δημιουργία ενός σύγχρονου πολυδύναμου πολιτιστικού κέντρου, αφιερωμένου στη βιομηχανική και χειροτεχνική παράδοση και την καλλιτεχνική δημιουργία, το οποίο περιλαμβάνει: μουσείο Βιομηχανικής Ιστορίας,20 χειροτεχνικά εργαστήρια, εκθετήρια και μικρά εμπορικά καταστήματα για παραδοσιακά προϊόντα της περιοχής, χώρους εκθέσεων και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, βιβλιοθήκη, αίθουσα video-wall και κινηματογράφο και χώρους αναψυχής (καφέ, εστιατόριο, ουζερί).

Βιομηχανικό Μουσείο

Σημαντική θέση κατέχει το Βιομηχανικό Μουσείο, που στοχεύει  στην αξιοποίηση και ανάδειξη των εγκαταστάσεων και του μηχανολογικού εξοπλισμού του παλιού κεραμοποιείου.

Το Βιομηχανικό Μουσείο περιλαμβάνει τους ακόλουθους χώρους: τριβεία αργίλου, δεξαμενές διήθησης αργίλου, λεβητοστάσιο, αίθουσα παραγωγής, παλιά ξηραντήρια, νέα ξηραντήρια, φούρνος HOFFMAN, χώρος υποστήριξης – βοηθητικών λειτουργιών φούρνου, πατάρι φούρνου, μύλος (και ράμπα), ημιυπαίθριος χώρος εκθετηρίων. Στους παραπάνω χώρους διατηρείται ο μηχανολογικός εξοπλισμός του πλινθοκεραμοποιείου που έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέος στο σύνολό του από το Υπ. Πολιτισμού.
Το Μουσείο θα μπορούσε να συμπληρωθεί μελλοντικά και με άλλα εκθέματα της βιομηχανικής ιστορίας της πόλης.

Η λειτουργία του Μουσείου Βιομηχανικής Ιστορίας του πλινθοκεραμοποιείου Τσαλαπάτα συμβάλλει στην ανάπτυξη νέων μορφών τουρισμού (πολιτιστικού, μορφωτικού, σχολικού και ειδικών ενδιαφερόντων), σε συνάρτηση με την ανάδειξη του ιστορικού ενδιαφέροντος της περιοχής Παλαιών και την ανάδειξη του αρχαιολογικού πλούτου της ευρύτερης περιοχής. Στόχος είναι η αύξηση του μέσου χρόνου παραμονής στην πόλη των διερχομένων τουριστών που σήμερα κατευθύνονται προς Πήλιο και Σποράδες.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share