Posts Tagged ‘Καλαμπάκα’

Μόλις έξι πετρογέφυρα «δάμαζαν», κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, τον Πηνειό, κατά μήκος των 225 χιλιομέτρων πεδινής διαδρομής του, από το χάνι Μουργκάνη της Καλαμπάκας, μέχρι τις εκβολές του στον Θερμαϊκό Κόλπο. Τις τότε ανάγκες διάβασης του Πηνειού συμπλήρωναν πλωτά μέσα (βάρκες, σχεδίες κ.ά.), τα πορθμεία, οι «περαταριές», που λειτουργούσαν όταν το επέτρεπε ο Σαλαμπριάς και δεν είχε πολύ «φουσκωμένα» τα νερά του, οι ξυλογέφυρες, αλλά και οι ράμπες διάβασης μέσα στο νερό (πόροι). Μεταγενέστερα, χρησιμοποιήθηκαν και μικτές κατασκευές, αποτελούμενες από λίθινα βάθρα και φορείς ξύλινους ή μεταλλικούς.

20090827141119gefura 1

Τα παραπάνω ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Αντώνης Γαλερίδης, πολιτικός μηχανικός, μέλος του συλλόγου φίλων του ποταμού Πηνειού και παραποτάμιου πολιτισμού, «ταξιδεύοντάς» μας σε μια νοητή πλοήγηση στο ζωοδότη ποταμό. Διευκρίνισε πως οι λόγοι της μικρής πυκνότητας των έξι γεφυριών του Πηνειού, στα 225 χιλιόμετρα της διαδρομής του, συνοψίζονται, ουσιαστικά, σ’ έναν: Στο μεγάλο κόστος κατασκευής τους, που δεν ήταν δυνατόν να καλυφθεί από τους «παπάδες ή πασάδες», που σύμφωνα με τη γνωστή λαϊκή έκφραση, ήταν οι χορηγοί των πετρογεφυρών στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι, ο σημαντικότερος «γεφυροποιός της Θεσσαλίας», σημειώνει ο ίδιος, ήταν ο μητροπολίτης Λάρισας Βησσαρίων, ο οποίος, με χορηγίες του, μέσω εράνων που έκανε, έχτισε τρία από τα σημαντικότερα γεφύρια της Θεσσαλίας, το γεφύρι του Κοράκου στον Ασπροπόταμο, της Πόρτας στον Πορταϊκό και της Σαρακήνας στον Πηνειό, αλλά και άλλα μικρότερα. Σήμερα, σύμφωνα με τον κ. Γαλερίδη, σώζεται το γεφύρι της Σαρακίνας και τμήματα του γεφυριού της εξόδου των Τεμπών.

Ξεκινώντας τη νοητή αυτή πλοήγησή μας στον Πηνειό, στο πεδινό τμήμα του, λίγο κατάντη της Καλαμπάκας, ατενίζουμε το επιβλητικό γεφύρι της Σαρακήνας. Έργο του μητροπολίτη Λάρισας Βησσαρίωνα, που θεμελιώθηκε μετά το 1520, ένωνε τα χωριά του Ασπροπόταμου με την Καλαμπάκα. Το συνολικό μήκος του είναι 120 μέτρα. Αρχικά, ήταν εξάτοξο, με τρία ανακουφιστικά ανοίγματα σε κάθε κεντρικό του μεσόβαθρο και δύο σε κάθε ακραίο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, κατέρρευσε λόγω υποσκαφής το δεύτερο από τη δεξιά όχθη του βάθρο του. Το έργο επισκευής ανέλαβε αργότερα ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας, προσθέτοντας ακόμα ένα μεσόβαθρο.

Αφήνοντας πίσω μας τη Σαρακήνα, συναντάμε τις Περαταριές της Φωτάδας και του Παραπόταμου, σταματώντας στην Περαταριά του Καραβόπορου, όπου διακρίνουμε υπολείμματα βάθρων δύο γεφυριών. Φαίνεται, εξηγεί ο κ. Γαλερίδης, ότι το μικρό πλάτος του Πηνειού, δημιουργώντας μεγάλες ταχύτητες ροής, ανέτρεψε τα δύο γεφύρια. Για το λόγο αυτό, δεν ξαναεπιχειρήθηκε ανακατασκευή, αλλά τα γεφύρια αντικαταστάθηκαν με περαταριά.

Διασχίζοντας την πεδιάδα των Τρικάλων, συναντάμε το «σανιδωτό» γεφύρι των Μ. Καλυβιών και την περαταριά του και στη συνέχεια τις περαταριές Αγ. Κυριακής, Αγναντερού, Γλίνου, Νομής, Κόρδας, Γεωργνάδων, Κλοκωτού, φτάνοντας στο γεφύρι του Αλή Εφένδη. Ήταν χτισμένο δίπλα στο Κεραμίδι και ένωνε τη Φαρκαδόνα με την Καρδίτσα. Προ διετίας ήταν άγνωστη η μορφή του, έως ότου μας την «αποκάλυψε» μια φωτογραφία. Το τετράτοξο γεφύρι ανατινάχτηκε από τους Βρετανούς, κατά την υποχώρησή τους το 1941. Συνεχίζοντας την πλοήγηση μας, συναντάμε τις Περαταριές του Ζάρκου, της Πηνειάδας, του Κουτσόχερου και μπαίνουμε στα στενά της Γούνιτσας, όπου αντικρίζουμε τα ψηλά πέτρινα βάθρα της Τουρκογέφυρας, μήκους 170 μέτρων, που χτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τους Τούρκους, με φορέα μεταλλικό.

Μπαίνοντας στη Λάρισα, αντικρίζουμε το εννεάτοξο γεφύρι της, που στους παρελθόντες αιώνες αποτελούσε το σύμβολο της πόλης για τους Έλληνες και τους Τούρκους κατοίκους της. Ήταν χτισμένο στη δέση της πρώτης σημερινής γέφυρας που κατασκευάστηκε το 1950 «πατώντας» πάνω στη θεμελίωση του πετρογέφυρου. Η επικρατούσα άποψη θέλει – επισημαίνει ο κ. Γαλερίδης – το γεφύρι της Λάρισας να είναι κτισμένο από το Χασάν Μπέη, εγγονό του πορθητή της Λάρισας, Τουρχάν. Το 1941 οι Βρετανοί, υποχωρώντας, ανατίναξαν ένα τόξο, ενώ το 1944 οι Γερμανοί ανατίναξαν τα επτά από τα εννέα τόξα.

20090827141128gefura 2

Φεύγοντας από τη Λάρισα, βλέπουμε τις περαταριές Γυρτώνης και Μαυρόλιθου, και αφήνοντάς τες πίσω μας, βρισκόμαστε στα βραχώδη στενά του Βερνέζι με τον καταρράκτη, λίγο μετά τον οποίο αντικρίζουμε το γεφύρι στο Βερνέζι. Το γεφύρι ήταν μονότοξο, ανοίγματος 18 μέτρων, μ’ ένα ανακουφιστικό άνοιγμα, στην αριστερή όχθη, θεμελιωμένο σε βράχους. Το κατάστρωμά του είχε πλάτος τρία μέτρα και δεν ήταν σε καλή κατάσταση, αφού μετά δυσκολίας επέτρεπε τη διάβαση ιππέα. Ένωνε το Μακρυχώρι με τους Γόννους. Ανατινάχτηκε τη νύχτα της 10ης προς 11ης Απριλίου του 1897, κατά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση, αφήνουμε πίσω τις περαταριές Γόννων, Τεμπών, την ξυλογέφυρα των Τεμπών και μπαίνουμε στην κοιλάδα των Τεμπών, στην έξοδο της οποίας σταματάμε στα υπολείμματα του «Πετρογέφυρου», στο γεφύρι της εξόδου των Τεμπών που ένωνε το Ομόλιο με τον Πυργετό.
Ενδεχομένως, ήταν το μεγαλύτερο γεφύρι του σημερινού ελληνικού χώρου, εκτιμώμενου μήκους περί τα 250 μέτρα, αφού το διασωθέν τμήμα του υπερβαίνει τα 133 μέτρα. Χτίστηκε το 1727. Σήμερα, σώζεται μόνον ένα κύριο τόξο και έχουν καταμετρηθεί εννέα δευτερεύοντα τόξα επί του αριστερού τμήματος της ευρείας κοίτης του ποταμού. Διασώζεται σημαντικός αριθμός ξυλοπασσάλων θεμελίωσης του γεφυριού, καθώς και συμπαγή τμήματα από τα καταρρεύσαντα κύρια τόξα του. Επίσης, διασώζεται η κτητορική πλάκα η οποία φυλάσσεται από το Δήμο Κάτω Ολύμπου.

Αλλά η «βαρκάδα μας» -καταλήγει ο κ. Γαλερίδης- τελειώνει εδώ, λίγα μόνο χιλιόμετρα πριν από τις εκβολές του Πηνειού στη θάλασσα.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra


Στη σύλληψη ενός 72χρονου Ιταλού αναρχικού συγγραφέα και ενός 46χρονου Έλληνα για ληστεία τράπεζας στην Καλαμπάκα προχώρησαν οι αστυνομικοί.

αστυνομία

Σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές η ληστεία σημειώθηκε στις 10:30. Ο 46χρονος, φορώντας μαύρη περούκα, ψεύτικο μουστάκι, καπέλο τύπου τζόκεϊ και γυαλιά ηλίου, εισέβαλε στο υποκατάστημα της «Τράπεζας Πειραιώς» και αφού άρπαξε 6.900 ευρώ από το ταμείο, τράπηκε σε φυγή.

Όπως αναφέρουν οι αστυνομικοί, ο 46χρονος παρέδωσε την τσάντα με τα χρήματα στον Ιταλό συγγραφέα, ο οποίος κατευθύνθηκε σε ξενοδοχείο της Καλαμπάκας. Περίπου 20 λεπτά αργότερα, οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον 46χρονο στο 6ο χιλιόμετρο της Οδού Τρικάλων – Καλαμπάκας, ενώ λίγο αργότερα ακολούθησε και η σύλληψη του 72χρονου, ύστερα από έφοδο στο ξενοδοχείο.

Ο Ιταλός μεταφέρθηκε στον Εισαγγελέα και αναμένεται να οδηγηθεί στον ανακριτή, τη Δευτέρα, ενώ στα Τρίκαλα έχει μεταβεί και κλιμάκιο της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας.

Ο 72χρονος Ιταλός έχει γράψει πολλά βιβλία σχετικά με τον αναρχισμό, ενώ έχει δώσει διαλέξεις και σε ελληνικά πανεπιστήμια. Ήταν μεταξύ των εκατοντάδων αναρχικών που είχαν συλληφθεί στις 19 Ιουνίου του 1997, όταν οι ιταλικές δυνάμεις ασφαλείας είχαν εξαπολύσει επιθέσεις σε στέκια και σε σπίτια αναρχικών, μετά τη βομβιστική επίθεση στο δημαρχείο του Μιλάνο στις 25 Απριλίου του 1997. Επίσης, είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση έξι χρόνων και πρόστιμο 2.000 ευρώ για ένοπλη ληστεία. Οι κατηγορίες αυτές συνδέονταν με τη «δίκη Μαρίνι», όπου Ιταλοί αναρχικοί κατηγορούνταν ότι είχαν συστήσει ένοπλη οργάνωση με ιδεολογικό ηγέτη τον 72χρονο.

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

helectra

Share

Στους πρόποδες των μετεωρίτικων βράχων, στην «καρδιά» ενός σπάνιου γεωλογικού φαινομένου παγκόσμιας αναγνώρισης, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια τα γραφικά σπίτια από το Καστράκι, ένα μικρό χωριό μόλις χιλίων κατοίκων, που προσελκύει κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο.

Mε μια προσεκτική ματιά, ο επισκέπτης ανακαλύπτει τον ιδιαίτερο παραδοσιακό σχεδιασμό των παλιών κατοικιών στην άλλοτε πλατεία του χωριού, στο Μεσοχώρι. Με έντονο τοπικό ύφος και μοναδικότητα «έκφρασης», αυτοί οι μικροί «αρχιτεκτονικοί θησαυροί» διατηρούν ζωντανές τις μνήμες της ιστορίας του οικισμού, μεταδίδοντας το μήνυμα της απλότητας και της απέριττης τυπολογικής απόδοσης των κατοικιών.

ÅÉÄÉÊÏ ÈÅÌÁ : ÁÇ ÃÉÙÑÃÇÓ ÊÁËÁÌÐÁÊÁ

Μάλιστα, η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, στην περιοχή της Καλαμπάκας, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης και έρευνας από την Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, πριν από ένα μήνα, στο τμήμα των Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. ως ερευνητική εργασία με τη συνεργασία της επίκουρου καθηγήτριας Μαρίας Αρακαδάκη.

Η μελέτη περιλαμβάνει την πολεοδομική και αρχιτεκτονική διερεύνηση του οικισμού, με πλήρη σχέδια αποτυπώσεων για 13 παραδοσιακά σπίτια και κατόψεις για άλλα 6, τυπολογικούς πίνακες, κατασκευαστικές λεπτομέρειες, αλλά και εισαγωγικό σημείωμα με την τοποθεσία, τη γεωλογία, την ιστορία και τη λαογραφία του τόπου. Επιπλέον, γίνεται διαχωρισμός των περιόδων με διαφορετικές αρχιτεκτονικές τάσεις στην οικοδόμηση κατοικιών, ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών κατά την περίοδο που ανεγείρονται τα σπίτια και σύγκριση με τα κοντινότερα δείγματα παραδοσιακών χωριών. Τέλος, αναφέρονται κάποια συμπεράσματα και προτάσεις για μελλοντική διαφύλαξη της αρχιτεκτονικής ταυτότητας του Καστρακίου.

«Η αιτία που ενέπνευσε την ενασχόληση με τον συγκεκριμένο οικισμό είναι η καταγωγή της μητέρας μου, κυρίας Σούλας Κουρκουνά, από αυτόν», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κατερίνα Γαλιτσίδου. Στη διάρκεια των σπουδών της συνειδητοποίησε ότι κανένας δεν έχει ασχοληθεί με τα παλιά σπίτια του Καστρακίου, παρά την ιδιαίτερη αισθητική τους αξία. Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι εγκαταλελειμμένα, πάρα πολλά έχουν πέσει ή γκρεμιστεί και το μέλλον όσων έχουν απομείνει είναι αβέβαιο, αφού δεν υπάρχει καμιά οργανωμένη μέριμνα. Όσον αφορά το ιδιωτικό κομμάτι, η διατήρηση τους χωλαίνει, διότι είτε είναι πάρα πολλοί οι κληρονόμοι είτε οι ιδιοκτήτες έχουν μετοικήσει αλλού. Έτσι οδηγήθηκε, όπως εξηγεί, στη σχεδιαστική και φωτογραφική  αποτύπωση των 20 χαρακτηριστικότερων σπιτιών για να συντηρηθεί ακόμα και μέσω μίας μελέτης η ξεχωριστή αρχιτεκτονική του Καστρακίου, αλλά και η τεχνική των μαστόρων στο χτίσιμο των κατοικιών, που αξίζει να σημειωθεί ότι γινόταν εμπειρικά.

Το παραδοσιακό καστρακινό σπίτι χαρακτηρίζεται από την τυπολογική του απλότητα και το συνετό ύφος στις μορφολογικές του εκφράσεις. Με τη διερεύνηση 20 σπιτιών καταλήγουμε- διευκρινίζει η ερευνήτρια-  πως η πιο διαδεδομένη διάταξη, ανεξάρτητα από τους εξώστες, τα βοηθητικά κτίρια και τις αυλές, είναι η τρίχωρη στον όροφο και δίχωρη στο ισόγειο, ενταγμένες στον πλατυμέτωπο τύπο. Στο ισόγειο αναπτύσσονται οι χώροι φύλαξης των ζωντανών και των τροφίμων σε δύο ξεχωριστά δωμάτια, ενώ στον όροφο έχουμε την κεντρική εγκάρσια σάλα, που ενώνει δύο αντιδιαμετρικά δωμάτια το ένα, το καλό συνήθως, για τον ύπνο και το άλλο για το μαγείρεμα και τη διημέρευση των νοικοκυραίων. Υπάρχουν φυσικά και άλλες τυπολογίες (μονόχωρες, τετράχωρες, τετράχωρες σχήματος Γ, πεντάχωρες κατοικίες, πλατυμέτωπες ή στενομέτωπες) που αναλύονται διεξοδικά με σχέδια, κείμενα και πίνακες στη μελέτη.

Μορφολογικά, αναλύει στη  μελέτη της η Κατερίνα Γαλιτσίδου, τα καστρακινά σπίτια μπορούμε να τα εντάξουμε σε τρεις διαφορετικές περιόδους:

Η πρώτη περίοδος είναι από το 1850 ως το 1920. Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική φέρει πάνω της ανάγλυφη τη «ρομαντική» λαϊκή κοσμοθεωρία, που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον οικογενειακό συντηρητισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη και συμπόνια. Έτσι, αυτές οι κατοικίες είναι κλειστές, λιτές και ολοκληρωμένες, με απέριττες διευθετήσεις του χώρου. Όταν, όμως, έρχεται η ώρα να βγει κάποιος στον έξω κόσμο, να ξαποστάσει από τις υποχρεώσεις, το καλντερίμι αποτελεί την αυλή του, το πεζούλι της εξώθυρας παίζει τον ρόλο του «ισόγειου» μπαλκονιού του, απ’ όπου δεν παρατηρεί μόνο, αλλά μοιράζεται τα βάσανά του «δημόσια».

Η κάλυψη των σπιτιών της πρώτης περιόδου γίνεται με ψηλές δίριχτες, τρίριχτες ή τετράριχτες σκεπές. Την ίδια περίοδο έχουμε και τετράγωνα κλειστά διώροφα και στενομέτωπα σπίτια. Οι εξώστες δεν είναι πολύ συνηθισμένοι και η πιο διαδεδομένη μορφή τους είναι το στεγασμένο μεγάλο πλατύσκαλο της ξύλινης ή πέτρινης εξωτερικής σκάλας που επιτρέπει την προσπέλαση στον όροφο. Βοηθητικά κτίρια δεν υφίστανται, καθώς δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση των νοικοκυραίων.

Η δεύτερη περίοδος
ξεκινά το 1920 και φτάνει έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η νέα περίοδος που ακολουθεί, με ορόσημο το χτίσιμο του τοπικού σχολείου, προάγει άλλες οικογενειακές και  κοινωνικές ανάγκες και συνεπώς θέτει άλλες προτεραιότητες. Οι καστρακινοί βιώνουν την έλλειψη άνεσης στους χώρους όπου διημερεύει η οικογένεια και προσανατολίζονται σε μεγαλύτερα δωμάτια, ακολουθώντας παρ’ όλα αυτά τις ίδιες τυπολογίες. Παράλληλα, υπάρχει και μία τάση «ανοίγματος» του νοικοκυριού προς τους πιθανούς επισκέπτες. Έτσι οι καλοί χώροι απομονώνονται στον όροφο, όπου υπάρχει και σάλα υποδοχής για τους καλεσμένους, που ενίοτε καταλήγει σε όμορφο ξυλόγλυπτο ή μεταλλικό εξώστη, ενώ ο τυπικός κεντρικός διάδρομος της τρίχωρης τυπολογίας φαρδαίνει γι’ αυτό το λόγο. Τα υπνοδωμάτια εκατέρωθεν της σάλας μεγαλώνουν, αποκτούν όλα τζάκι και εξωραΐζονται με πολυτελή έπιπλα, μεγαλύτερα και περισσότερα παράθυρα, όμορφα επεξεργασμένα ταβάνια. Οι πρόχειροι χώροι είναι όλοι στο ισόγειο-υπόγειο και συμπληρώνονται με βοηθητικούς ισόγειους χώρους, όπως κουζίνα, μπάνιο και αποθήκη, που εφάπτονται κυρίως στην πίσω και σπανιότερα στην πλάγια όψη.

Οι κοινωνικές σχέσεις φιλτράρονται μερικώς με την είσοδο της «νέας» αρχιτεκτονικής. Οι ανάγκες προβολής και κοινωνικής επίδειξης πλέον ικανοποιούνται και οι δημόσιες σχέσεις καλλιεργούνται επιλεκτικά στις ιδιωτικές αυλές και τους εξώστες. Είναι το πέρασμα από την ανοιχτή λαϊκή νοοτροπία στην εκλεπτυσμένη αστική.

Η τρίτη περίοδος αφορά ουσιαστικά μια πενταετία, από το 1950 έως το 1955. Τα σπίτια που χτίζονται μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διατηρούν τον αστικό χαρακτήρα της προηγούμενης περιόδου, σε συνδυασμό με την παλαιά λαϊκή αμεσότητα στα δρώμενα του δημόσιου χώρου. Έτσι, διατηρούνται μορφολογικά στοιχεία, όπως το γείσο της στέγης, τα προσεγμένα ταμπλαδωτά κουφώματα, με τα αντίστοιχα πλαίσια από σοβά και τα αγκωνάρια. Είναι εμφανές όμως και το «άνοιγμα» των οικοδομών προς τους δρόμους, τους κοινόχρηστους δημόσιους χώρους.

Ίσως οι κακουχίες και οι απώλειες αγαπημένων προσώπων κατά τον πόλεμο να έστρεψαν τους καστρακινούς στην απλότητα των αστικών προτύπων και την αναθέρμανση των δημοσίων σχέσεων. Τέλος, αναφορικά με τα υλικά δομής η πέτρα από φυσικούς τοπικούς πόρους, το ξύλο από κοντινά δασικά μέρη και οι κεραμοσκεπές είναι τα στοιχεία που επικρατούν στην αρχιτεκτονική κατοικίας στο Καστράκι.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share