Posts Tagged ‘Καρδίτσα’

Ένα χωριό «πνιγμένο» στα αμπέλια και στα φημισμένα κρασιά του.

Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιού και τσίπουρου και, μάλιστα, στην περιοχή καλλιεργείται μια μοναδική στην Ελλάδα ποικιλία σταφυλιού. Πρόκειται για το χωριό Μεσενικόλα του νομού Καρδίτσας, το οποίο είναι «πνιγμένο» στους πανέμορφους αμπελώνες του, σε υψόμετρο 700 μέτρων, και περιτριγυρίζεται από δάση δρυός και καστανιάς.

Ο Μεσενικόλας, που πολλοί έχουν αποκαλέσει «μπαλκόνι» της Θεσσαλίας, είναι ένα από τα πιο όμορφα και ιστορικά χωριά του νομού Καρδίτσας κοντά στη λίμνη Πλαστήρα. Η ποικιλία σταφυλιού «Μαύρο Μεσενικόλα» όπως αναφέρει ο Γιώργος Κρανιάς, πρόεδρος του Δ.Σ. του Οίκου Οίνου και Αμπέλου, είναι ποικιλία μετρίως παραγωγική, ευαίσθητη στην ανθόρροια και το ωΐδιο, ανθεκτική όμως στην ξηρασία, τον περονόσπορο και το βοτρύτη.

Κάνει σταφύλι μέσου μεγέθους, κωνικό ή κυλινδροκωνικό, συνήθως διπλό και πυκνό. Η ρόγα, που όταν ωριμάσει καλά έχει μαύρη φλούδα, είναι σφαιρική, μέτριας σκληρότητας, πλούσια σε τανίνη, φτωχή σε οξέα, με σάρκα χυμώδη, άχρωμη και γλυκιά. Το κλάδεμα γίνεται κοντό (δύο-τρεις οφθαλμοί) και η ωρίμανση ολοκληρώνεται στο τέλος του Σεπτέμβρη. Η δε παραγωγή κυμαίνεται σε 700-1000 κιλά ανά στρέμμα στους ξηρικούς αμπελώνες. Αξίζει να σημειωθεί πως η ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα», όταν οινοποιηθεί σωστά, δίνει οίνους ποιότητας, με λεπτά αρώματα.

Το χωριό Μεσενικόλας βρίσκεται στα ίχνη μιας αρχαίας μικρής πόλης της Θεσσαλιώτιδας, της Πολίχνας. Η Πολίχνα ήταν ένα από τα οχυρά φρούρια που περιέβαλλαν την αρχαία Μητρόπολη και ήλεγχε το πέρασμα, από το οποίο ξεχύνονταν και έκαναν επιδρομές στο Θεσσαλικό κάμπο οι αρχαίοι Δόλοπες και Αθαμάνες. Προτού καταστραφεί το οχυρό της Πολίχνας, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, είναι πιθανό ότι οι κάτοικοι, ύστερα από μικρή μετακίνηση, λόγω κατολισθήσεων, έκτισαν το καινούργιο χωριό.

Το όνομα προέρχεται από κάποιον μεγάλο νοικοκύρη του χωριού, που οι Φράγκοι ονόμαζαν Μεσιέ – Νικόλα. Ο ίδιος ίσως να έφερε στην περιοχή την αμπελοκαλλιέργεια και συγκεκριμένα την ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα«, η οποία δεν καλλιεργείται σε άλλη περιοχή της χώρας μας. Σημειωτέον ότι, η Θεσσαλία έζησε 110 περίπου χρόνια τη δουλοπαροικία των Φράγκων. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή, που στηρίζεται στις πληροφορίες του ιστορικού Γουίλιαμ Μίλλερ, στο έργο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», η ονομασία προέρχεται από τον πρωτοστάτορα και βάιλο της Αχαΐας Νικολά Σαντομέρ τον ΙΙΙ.

Ο πρωτοστάτορας Νικολά Σαντομέρ, που ήταν αρχηγός στρατεύματος περίπου 40.000 ανδρών, έφθασε στην περιοχή μας το 1304, για να ξαναπάρει το κάστρο του Φαναρίου από τη βασίλισσα της Ηπείρου Άννα, που το είχε καταλάβει αυθαίρετα. Επειδή, όμως, δεν έγινε τελικά πόλεμος, αφού η βασίλισσα της Ηπείρου Άννα συνθηκολόγησε, το στράτευμα ήταν πια άχρηστο και διαλύθηκε στη Θεσσαλία. Είναι, λοιπόν, πιθανό ένα τμήμα του στρατεύματος να ανέβηκε στην πρώτη οροσειρά των Αγράφων όπου του παραχωρήθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας και εγκαταστάθηκε στον οικισμό που βρήκε ή ίδρυσε και που τελικά πήρε την ονομασία Μεσενικόλας από το μικρό όνομα του αρχηγού της εκστρατείας. Μέχρι τις ημέρες μας, μια τοποθεσία στο χωριό ονομάζεται «Κυρ-Νικ» (Του κυρίου Νίκου).

Ο Μεσενικόλας εμφανίζεται για πρώτη φορά ως συγκροτημένος οικισμός σε γραπτό κείμενο με το όνομα Μοσνικόλας, στην απογραφή τμήματος της Θεσσαλίας, που πραγματοποίησε ο Μουράτ Μπέης στα 1454 – 1455. Η πληροφορία βασίζεται σε αδημοσίευτο ακόμα κατάστιχο, που φυλάσσεται στα Αρχεία του Προεδρικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης. Η παραφθορά του ονόματος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως διαφορετικό όνομα από το σημερινό.

Ο Μεσενικόλας όπως και η υπόλοιπη περιοχή, από το 1525, που υπογράφηκε η περίφημη συνθήκη της αυτονομίας των Αγράφων (Συνθήκη Ταμασίου) έζησε σε καθεστώς αυτοδιοίκησης μέχρι και την εποχή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος καταπατώντας τη συνθήκη (1790), κατάλυσε την αυτονομία των Αγράφων. Την επόμενη γραπτή μαρτυρία την έχουμε από την κτητορική επιγραφή της εκκλησίας της Παναγίας του Μεσενικόλα που αναφέρει το δωρητή της αγιογράφησης το έτος 1637.

Η ανάκαμψη θα αρχίσει την δεκαετία του 1970 με συνέπεια αρκετοί νέοι να μείνουν στο χωριό. Τις τελευταίες δεκαετίες το χωριό γνωρίζει μία πρωτόγνωρη ανοικοδόμηση κατοικιών που χρησιμοποιούνται είτε σαν κύριες κατοικίες είτε οι περισσότερες σαν εξοχικές και δύο σαν ιδιωτικοί ξενώνες. Η αναγνώριση του κρασιού «Μαύρο Μεσενικόλα» ως κρασί ονομασίας προέλευσης ανωτέρας ποιότητας ανοίγει νέες προοπτικές.

Στους αμπελώνες του χωριού καλλιεργείται η τοπική ποικιλία «Μαύρο Μεσενικόλα» η οποία μαζί με τις ποικιλίες «ΣΙΡΑΧ» και «ΚΑΡΙΝΙΑΝ» δίνει το εκλεκτό κρασί ονομασίας προέλευσης ανώτερης ποιότητας. Το χωριό βρίσκεται πάνω στο οδικό κύκλωμα της λίμνης Πλαστήρα για τη δημιουργία της οποίας προσέφερε τις περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από κάθε άλλο χωριό της περιοχής. Η παραλίμνια περιοχή του χωριού είναι αυστηρά προστατευόμενη περιοχή απαλλαγμένη από κάθε μορφής δόμηση και προσφέρει στους επισκέπτες της αξέχαστες στιγμές γαλήνης και ηρεμίας. Περιοχή ιδανική για πεζοπορία , ορεινό ποδήλατο, ψάρεμα, κυνήγι και αξέχαστη επαφή με τη χωρίς προηγούμενο ποικιλότητα της ντόπιας χλωρίδας και πανίδας. Η γιορτή κρασιού Μεσενικόλα αποτελεί μια από τις κορυφαίες εκδηλώσεις του Ν. Καρδίτσας, που έγινε θεσμός και πολιτιστικό γεγονός ευρύτερης ακτινοβολίας.

Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 ως Γιορτή Σταφυλιού και Κρασιού Μεσενικόλα. Γινόταν στη κεντρική πλατεία του χωριού στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Καρδίτσας, με παράλληλη έκθεση και βράβευση αγροτικών προϊόντων, για να διακοπεί στη συνέχεια για αρκετά χρόνια. Το 1984 με απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου καθιερώθηκε η Γιορτή Κρασιού Μεσενικόλα, η οποία γίνεται στις ημέρες του δεκαπενταύγουστου και συνδυάζεται με το πανηγύρι της εκκλησίας του χωριού (Κοίμηση της Θεοτόκου). Γίνεται σ’ έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο στη θέση «καστανιές» σ’ ένα καταπράσινο, ειδυλλιακό και δροσερό περιβάλλον.

Κάθε χρόνο στις 5 του Σεπτέμβρη γίνεται στο Μεσενικόλα η μοναδική εμποροπανήγυρη της περιοχής της Νεβρόπολης. Το παζαράκι, όπως ονομάζεται, γινόταν παλαιότερα στη Νεβρόπολη στην περιοχή «Άσπρα λιθάρια». Η δημιουργία της λίμνης όμως μετέφερε το παζαράκι στην πλατεία του Μεσενικόλα. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, που στα χωριά της περιοχής κατοικούσε πολύς κόσμος , το παζαράκι ήταν μοναδική ευκαιρία για τις αγορές ενόψει του χειμώνα. Είδη προίκας , ρούχα , ζαχαρωτά , τυροκομικά , παιγνίδια απλώνονταν στις παράγκες των πλανόδιων εμπόρων. Το βράδυ τα κλαρίνα συνοδεύονταν με το Μεσενικολίτικο κρασί. Και σήμερα όμως παρά τη μεγάλη μείωση του πληθυσμού το παζαράκι εξακολουθεί να δίνει νότες χαράς και κεφιού στις πρώτες μελαγχολικές μέρες του Σεπτέμβρη.

Άλλα αξιόλογα έθιμα του χωριού είναι τα «λοκαντζάρια» την παραμονή των Φώτων και ο «αναφανός» στην Ανάσταση το Πάσχα. Σήμερα, στο χωριό ζουν και εργάζονται αρκετοί αμπελουργοί και οινοποιοί, έχουν κατασκευαστεί μάλιστα τελευταία δύο σύγχρονα οινοποιεία, ενώ σταφύλια του χωριού οινοποιούνται και από το οινοποιείο της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών της Καρδίτσας. Το Μουσείο του κρασιού και του αμπελιού (Οίκος Οίνου και Αμπέλου), που κατασκευάστηκε από τον Δήμο Πλαστήρα, στο χωριό, είναι μια σοβαρή προσπάθεια για την ανάπτυξη του οινοτουρισμού στην περιοχή της λίμνης Πλαστήρα και την προβολή των κρασιών και του χωριού γενικότερα.

Απ. Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

helectra

Share

Τον αρχαιολογικό πλούτο μιας περιοχής με έντονα πολιτιστικά χαρακτηριστικά στην «ταυτότητά» της φιλοδοξεί να αναδείξει το αρχαιολογικό μουσείο Καρδίτσας, που αναμένεται να ανοίξει τις «πύλες» του στο ευρύ κοινό το προσεχές διάστημα.


Άλλωστε, η αρχαιολογική και πολιτισμική κληρονομιά και παράδοση της περιοχής και η πολιτισμική της εξέλιξη μέσα από μια ιστορική διαδρομή που καλύπτει χρονικά όλες τις περιόδους της προϊστορίας και της ιστορίας ήταν οι λόγοι που επέβαλαν, κατ’ ουσίαν, την ίδρυση και λειτουργία ενός σύγχρονου αρχαιολογικού μουσείου στην Καρδίτσα.

Η ανέγερση μουσείου στην Καρδίτσα, σύμφωνα με τον προϊστάμενο της ΛΔ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Λεωνίδα Π. Χατζηαγγελάκη, ξεκίνησε στη δεκαετία του ’90, κατόπιν ενεργειών και συνεργασίας των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού (ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων) με τον Δήμο και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας, που ενέκριναν τον χώρο του παλαιού νοσοκομείου, έκτασης 5.120 τ.μ., στο κέντρο της πόλης, για την ίδρυση και λειτουργία Αρχαιολογικού Μουσείου. Την πιο πάνω δωρεά αποδέχτηκε το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ το 1995 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της έγκρισης του κτιριολογικού προγράμματος του μουσείου.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Καρδίτσας έχει επιφάνεια 900,00 τ.μ. και περιλαμβάνει-μεταξύ άλλων- στους δύο ορόφους και το υπόγειο, αίθουσα εκθέσεων, εκθετήριο, βιβλιοθήκη, αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αίθουσα εκδηλώσεων, άρτια εξοπλισμένο εργαστήριο συντήρησης, δύο αποθήκες για την ασφαλή αποθήκευση και συντήρηση των ευρημάτων κ.ά.. Η ανέγερση του νέου κτιρίου ολοκληρώθηκε το 2000 – 2001, καθώς το έργο είχε ενταχθεί στο Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.

Τον Δεκέμβριο του 2004 ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί η ΛΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με έδρα την Καρδίτσα και χωρική αρμοδιότητα τους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας, η οποία έθεσε ως πρώτο και βασικό σκοπό τη λειτουργία της έκθεσης του Αρχαιολογικού Μουσείου Καρδίτσας.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Καρδίτσας αποτελεί ένα ίδρυμα, όπως αναφέρει ο κ. Χατζηαγγελάκης, στο οποίο για πρώτη φορά εκτίθενται και γίνονται γνωστά τα αρχαιολογικά ευρήματα που προέρχονται από την περιοχή του νομού Καρδίτσας. Ως σκοπός ορίζεται η διαμόρφωση και η εδραίωση μίας στενής και εποικοδομητικής σχέσης των κατοίκων της πόλης, της ευρύτερης περιοχής και των επισκεπτών του νομού με την αρχαιολογία και τα αρχαία κατάλοιπα του τόπου μας, μέσα από την οργάνωση εκθέσεων και άλλων δράσεων.

Ο εκθεσιακός χώρος του Αρχαιολογικού Μουσείου Καρδίτσας περιλαμβάνει προθάλαμο με πωλητήριο, ιματιοθήκη και μία αίθουσα για τη μόνιμη έκθεση των ευρημάτων του νομού. Η έκθεση είναι δομημένη κατά χρονολογική σειρά και με θεματικές ενότητες, αποσκοπώντας στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση του παρελθόντος με αναφορές στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο, τις καθημερινές δραστηριότητες, την αισθητική, τη λατρεία, το εμπόριο, την οικονομία και το θάνατο ως φυσική κατάληξη.

Έτσι, επισημαίνει ο κ. Χατζηαγγελάκης, ξεκινώντας από τον άνθρωπο στον χώρο και τον χρόνο περνάμε στη νεολιθική εποχή, στην αρχή της αγροτικής οικονομίας, τη μόνιμη εγκατάσταση με τη δημιουργία οικισμού-μαγούλας και τη μικρογραφία της νεολιθικής οικίας από τις Μαυραχάδες έως τον πυρήνα της οικογένειας. Με κείμενα, φωτογραφίες, σχέδια και πλούσιο πρωτογενές υλικό παρουσιάζεται ο εργαλειακός εξοπλισμός, η προετοιμασία και η κατανάλωση της τροφής, η κεραμική τεχνολογία με αγγεία μονόχρωμα και γραπτά, η υφαντική, η ενδυμασία, η ειδωλοπλαστική, τα μικροτεχνήματα-σφραγίδες και τα κοσμήματα, ως προϊόντα της νεολιθικής οικονομίας.

Η εξέλιξη, με τις αλλαγές στην αρχιτεκτονική των οικισμών, στην παραγωγή της κεραμικής με τη χρήση του ταχύστροφου τροχού, στη μεταλλοτεχνία, καθώς και στα έθιμα ταφής- με τη μνημειακή κατασκευή του μυκηναϊκού θολωτού τάφου Γεωργικού-Ξινονερίου- δίνεται μέσα από τις τρεις φάσεις της χαλκοκρατίας στη δυτική Θεσσαλία, ολοκληρώνοντας το θέμα των Προϊστορικών Κοινωνιών.

Η έκθεση συνεχίζεται με τη διαδοχή των πολιτισμικών περιόδων, στο πλαίσιο των ιστορικών χρόνων, μεταβαίνοντας στην οικιστική και ταφική αρχιτεκτονική της εποχής του σιδήρου, με αντιπροσωπευτικότερο δείγμα τον θολωτό τάφο των Αγ. Θεοδώρων. Το Ηρώο του Αιάτου (ιερό των προγόνων) επιβάλλεται λόγω της δημιουργίας, κατά τη γεωμετρική και αρχαϊκή εποχή, μύθων που στήριζαν την πολιτική δημιουργία των πόλεων – κρατών. Ο μυθικός Αίατος, ήρωας και οικιστής της περιοχής, σηματοδοτεί την έλευση των τελευταίων προθεσσαλικών φύλων από την Ήπειρο στη Θεσσαλία και λατρεύτηκε με πλούσια αναθήματα.

Η πολιτική οργάνωση των Θεσσαλών σε τέσσερις τετράδες -την Πελασγιώτιδα, τη Φθιώτιδα, την Εστιαιώτιδα και τη Θεσσαλιώτιδα- που οφείλεται στον Λαρισαίο Αλεύα, δίνεται στο θέμα με τις Αρχαίες Πόλεις. Η έκταση του νομού Καρδίτσας περιλαμβάνει ολόκληρη την τετράδα της Θεσσαλιώτιδας και το νότιο τμήμα της Εστιαιώτιδας, ενώ στις ορεινές εκτάσεις του νομού κατοικούσαν οι περίοικοι των Θεσσαλών, Αθαμάνες στα δυτικά και Δόλοπες στα νοτιοδυτικά. Η ιστορία των αρχαίων πόλεων δίνεται μέσα από τις φιλολογικές πηγές, τις επιγραφικές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Παράλληλα γίνεται αναφορά στο ρόλο των δυο Κοινών των Θεσσαλών, στην έννοια της πόλης – κράτους, στις πολιτικές αρχές των πόλεων, στο μηνολόγιο και στη βεβαιωμένη με επιγραφικά ευρήματα ταύτιση έξι αρχαίων πόλεων.

Ακολουθεί η παρουσίαση των αρχαίων πόλεων της περιοχής σύμφωνα με τη σειρά που δίνονται σε μια δελφική επιγραφή των μέσων του 2ου αι. π.Χ., με κατάλογο των θεωροδόκων Κιερίου, Όρθης, Μητρόπολης, Γόμφων και Αργιθέας.

Η έκθεση ολοκληρώνεται με δύο πολύ σημαντικά θρησκευτικά μνημεία του νομού Καρδίτσας, ήτοι τον αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα στη Μητρόπολη και το Ομοσπονδιακό Θεσσαλικό Ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς.

Ο εκατόμπεδος, περίπτερος, δωρικός ναός του Απόλλωνα παρουσιάζεται μέσα από την έκθεση μέρους των αρχιτεκτονικών μελών του και του μπρούντζινου αγάλματος του θεού.

Ανάλογα, το Ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συνοχή του θεσσαλικού Έθνους και στη διατήρηση της συνείδησης της κοινής καταγωγής των κατοίκων, προβάλλεται μέσα από τα αναθήματα, τονίζει ακόμα ο κ. Χατζηαγγελάκης, όπως χάλκινα περίαπτα, πόρπες, χάλκινα και πήλινα ειδώλια, χάλκινα και σιδερένια όπλα, λίθινες σφραγίδες, τα περισσότερα αναρτημένα στην αναπαράσταση του καμένου δέντρου.

Στον επίλογο της έκθεσης, με θέμα «Αρχαιολογία και Κοινωνία», δίνεται η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου που δεν έχει μόνο ιστορική αξία ως φορέας πληροφοριών αλλά και πολυδιάστατη σημασία για την κοινωνία και τους θεσμούς. Έτσι, κείμενα, φωτογραφίες και σχέδια που δανείζονται θέματα και μορφές από την αρχαιότητα, υποδηλώνουν τη σχέση της τοπικής κοινωνίας με το παρελθόν και αποτυπώνουν την επιβίωση του στο παρόν.

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Κτισμένη σε ένα περιβάλλον μοναδικής φυσικής ομορφιάς, αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς τουριστικούς προορισμούς τις μέρες των Χριστουγέννων, για χιλιάδες επισκέπτες, από κάθε σημείο της χώρας.  Ο λόγος για την Ελάτη, η οποία βρίσκεται στον ορεινό όγκο του νομού Τρικάλων. Απέχει 14 χλμ από την Πύλη και τη συναντά ο επισκέπτης μετά τη στενή γέφυρα του Πορτιάτη, ανηφορίζοντας τις πλαγιές του Κόζιακα. Η ΕλάτηΤύρνα, όπως λεγόταν στους αρχαίους χρόνους) βρίσκεται σε απόσταση 34 χλμ από την πόλη των Τρικάλων και είναι το μεγαλύτερο ορεινό χωριό του Νομού.

Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 950 μ. μέσα σε πυκνό ελατόδασος της Νότιας Πίνδου, σε ένα περιβάλλον μοναδικής φυσικής ομορφιάς. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το πότε κτίστηκε το χωριό, παρόλα αυτά πιθανολογείται πως χτίστηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Το 1823, τα χωριά Τύρνα, Περτούλι, Βέτερνικ – Πύρρα καταστράφηκαν από τους Αρβανίτες. Το χωριό ξαναχτίστηκε το 1925-’28 για να καεί ξανά το Νοέμβριο του 1943, από τους Γερμανούς.

Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο πλαίσιο προγραμματικής σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ του Πανεπιστημίου (Τμήμα Γεωπονίας Ζωικής Παραγωγής και Υδάτινου Περιβάλλοντος) και της Αναπτυξιακής Εταιρίας του Ν. Τρικάλων (ΑΝΕΝΤ) για λογαριασμό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων, το οποίο αποτελεί μια προσπάθεια εκπόνησης Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης του Νομού, στο πλαίσιο της Δ΄ Προγραμματικής Περιόδου.

Οι πρώτοι οικισμοί του χωριού ήταν πιο χαμηλά στο ποτάμι, όπου υπήρχε από το 19ο αιώνα η εκκλησία-μοναστήρι της Κοιμήσεως της Παναγίας Θεοτόκου. Σήμερα, από αυτή σώζεται τμήμα του τέμπλου, στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Η θέση του χωριού ακόμα και σήμερα αναφέρεται ως «Σταυρός» προς τιμήν του Δασκάλου Κοσμά Αιτωλού, ο οποίος δίδαξε στο χωριό το 1777-’78. Σήμερα, η πλούσια βλάστηση και τα ξύλινα σπίτια προσφέρουν μια ιδιαίτερης αξίας ομορφιά.

Η Ελάτη προσφέρεται για διακοπές όλες τις εποχές του χρόνου, με ποικίλες δραστηριότητες, όπως ορειβασία, σκι, πεζοπορία, ποδηλασία, ιππασία, αναρρίχηση κ.ά. Αποτελεί, παράλληλα, και ορμητήριο για όσους θέλουν να γνωρίσουν και περιηγηθούν στις γύρω περιοχές, όπως τα χωριά του Ασπροπόταμου. Η Ελάτη έχει μεγάλη τουριστική κίνηση (άνθρωποι κάθε ηλικίας) όλο το χρόνο και διαθέτει μια πολύ αξιόλογη τουριστική υποδομή, παραδοσιακά καταλύματα ποιότητας, ξενοδοχεία, μαγαζιά παραδοσιακών προϊόντων, καφέ εστιατόρια και ταβέρνες.

Μέσα στο χωριό, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν τον παλιό οικισμό, ενώ ο κεντρικός δρόμος διασχίζει το χωριό και οδηγεί στο Βροντερό και τους Καλογήρους. Λίγο έξω από το χωριό, στον Κόκκινο Βράχο, υπάρχουν τρεις αναρριχητικές διαδρομές, ενώ κάτω από την υψηλότερη κορυφή του Κόζιακα (1.700μ) βρίσκεται το ορεινό καταφύγιο «Χατζηπέτρος». Μόλις 4 χλμ από το χωριό της Ελάτης βρίσκεται το Βροντερό, ένα πολύ όμορφο χωριό του νομού, μέσα σε πλούσια βλάστηση (πλατάνια) και νερά. Λίγο πιο κάτω από το Βροντερό, βρίσκεται το χωριό Καλόγεροι, με το διατηρούμενο παραδοσιακό νερόμυλο και το μονοπάτι που οδηγεί στην «Σπηλιά της Νεράιδας».

Από το χωριό Καλόγεροι μπορεί κάποιος να δει την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα. Δύο χιλιόμετρα πιο κάτω είναι το χωριό Άγιος Προκόπιος, με την επιβλητική ομώνυμη εκκλησία. Ο επισκέπτης των οικισμών αυτών μπορεί να επισκεφθεί το ναό ή και να επιλέξει μια από τις ομορφότερες διαδρομές προς τα Στουρναρέικα. Στο δρόμο προς την Ελάτη, ο επισκέπτης συναντά το Ροπωτό, που απέχει 11 χλμ από την Πύλη και είναι χτισμένο σε υψόμετρο 750μ. Δεξιά και αριστερά του οικισμού υπάρχουν 3.500 στρέμματα καστανοδάσους, το οποίο φιλοξενεί πλούσια, άγρια πανίδα (αγριογούρουνα, λύκοι, αλεπούδες και τσακάλια, πέρδικες και μπεκάτσες), ενώ η περιοχή γύρω από τον οικισμό καλύπτεται από ελάτη.

Στην περιοχή βρίσκεται η περίφημη κορυφή της Καράβας (1.618μ.), από την οποία απολαμβάνει κάποιος μια καταπληκτική εικόνα του θεσσαλικού κάμπου και όχι μόνο. Στο χωριό σώζεται και λειτουργεί νερόμυλος, δριστέλλα (που ανήκει στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη) και τέσσερα παραδοσιακά αποστακτήρια με καζάνια. Η ορειβασία στην Καράβα, το ψάρεμα μπριάνας, πέστροφας και χελιών στα νερά του Ροπωτιανού και του Παλικαριά είναι οι κυριότερες δραστηριότητες που προσφέρει η περιοχή στους επισκέπτες της, ενώ αξίζει κάποιος να επισκεφτεί το Μαντρί, μέσω της πηγής «Γκούρα», το νερόμυλο και να μείνει στο καταφύγιο που χρησιμοποιεί ο Ορειβατικός Σύλλογος.

Α. Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share


Βοήθησαν τους κατοίκους της περιοχής να επιβιώσουν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και σήμερα αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της ιστορίας του τόπου. Πρόκειται για τους τρεις νερόμυλους της Καρδίτσας, τους οποίους μελέτησε και κατέγραψε ο αρχιτέκτων-μηχανικός Δημήτρης Παλιούρας.

Ο νερόμυλος του Ζωγράφου βρίσκεται στη θέση «Μύλος» της κτηματικής περιφέρειας Παλαιοχωρίου του νομού Καρδίτσας, πλάι στο ρέμα Μπουμπουλίνας, παραπόταμου του Πάμισου ποταμού. Χτίστηκε το 1891, από τους μαστόρους Κωνσταντή, Ιωάννη και Αθανάσιο Ζούπα, με δαπάνη του Εφέντη Χρηστάκη Ζωγράφου, μεγαλοκτηματία της περιοχής, σύμφωνα με την κτητορική του επιγραφή, που βρίσκεται εντοιχισμένη πάνω από το υπέρθυρο της κύριας εισόδου.

Πρόκειται για ορθογώνιο κτίσμα με υπερυψωμένο ισόγειο και υπόγειο. Ο νερόμυλος είναι κατασκευασμένος από καλοδουλεμένη λιθοδομή από γκριζοπράσινο ψαμμόλιθο της περιοχής και είναι στεγασμένος με ξύλινη τετράκλινη στέγη, καλυμμένη με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Για τη λειτουργία του μύλου χρησιμοποιήθηκε ως κινητήρια δύναμη το νερό, το οποίο, μέσα από ένα ειδικό αυλάκι, κατευθυνόταν στην τουρμπίνα που βρισκόταν στον υπόγειο χώρο του μύλου και την έθετε σε κίνηση. Η τουρμπίνα, με ένα σύστημα αξόνων πάνω στους οποίους ήταν προσαρμοσμένες διάφορες τροχαλίες, που συνδέονταν μεταξύ τους με ιμάντες, έθετε σε λειτουργία τις μυλόπετρες, οι οποίες βρίσκονταν στο ισόγειο του κτιρίου.

Στο εσωτερικό του μύλου υπάρχουν και δύο παλιάς τεχνολογίας μηχανήματα: Ένα τριέρι για τον καθαρισμό του σιταριού από ξένες ύλες και ένα μπουράτο με το ειδικό μεταξωτό ύφασμα για το κοσκίνισμα του αλευριού. Το 1925, ο μύλος ανανεώθηκε με την τοποθέτηση δύο κυλινδρομηχανών και τη μετατροπή του από νερόμυλο σε κυλινδρόμυλο.

Δίπλα στο μύλο υπάρχουν και άλλες υδροκίνητες εγκαταστάσεις, οι οποίες ανανεώθηκαν μεταγενέστερα, όπως ντριστέλες (νεροτριβές), που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα για τον καθαρισμό και την κατεργασία των μάλλινων υφαντών, καθώς και ένα πιο σύγχρονο βαφείο. Το 2000, ο νερόμυλος χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, προκειμένου να προστατευτεί και στη συνέχεια να αναδειχτεί ως ένα από τα σημαντικότερα, προβιομηχανικής τεχνολογίας, νεότερα μνημεία του νομού Καρδίτσας.

Νερόμυλος Νικήτα Γκάλιου

Ο νερόμυλος του Νικήτα Γκάλιου βρίσκεται στον Άγιο Ακάκιο και είναι χτισμένος στο ρέμα «Μπακατσάνο», στην είσοδο του χωριού. Το ρέμα αυτό αποτελούσε παλαιότερα ιδανικό μυλότοπο και μέχρι πρόσφατα διατηρούνταν κατά μήκος του πολλές υδροκίνητες εγκαταστάσεις, όπως μύλοι, μαντάνια και ντριστέλες, τα ερείπια των οποίων διακρίνονται στις όχθες του. Ο νερόμυλος του Ν. Γκάλιου είναι σε λειτουργία μέχρι σήμερα, χωρίς μεταγενέστερες αλλοιώσεις και χωρίς καμιά σύγχρονη τεχνολογική επέμβαση.

Πρόκειται για απλό ορθογώνιο κτίσμα, ενώ το δάπεδο είναι από καλά πατημένο χώμα και στα αριστερά της εισόδου υπάρχει ένα μικρό πεζούλι, πάνω στο οποίο βρίσκεται μια πρωτόγονη εστία για την ετοιμασία του φαγητού και για τη θέρμανση του χώρου. Στο μέσον περίπου της νότιας πλευράς του κτιρίου είναι τοποθετημένος ο αλεστικός μηχανισμός, η λειτουργία του οποίου βασίζεται στην ελεγχόμενη παροχή νερού. Η διοχέτευση του νερού γίνεται με φράγματα στο ρέμα, τα οποία οδηγούν το νερό από την κοίτη του ρέματος στο μυλαύλακο και από εκεί στο λιθόκτιστο αγωγό, που βρίσκεται αρκετά ψηλότερα από την εγκατάσταση του μύλου.

Πέφτοντας το νερό με δύναμη από ψηλά θέτει σε περιστροφική κίνηση την οριζόντια φτερωτή, η οποία βρίσκεται στο κατώτερο μέρος του μύλου, στο εσωτερικό του τοξωτού αγωγού, το «ζουριό». Ο άξονας της φτερωτής θέτει σε κίνηση την κινητή μυλόπετρα, η οποία, γυρνώντας με ταχύτητα γύρω από τον άξονά της, τρίβει τα προϊόντα πάνω στη σταθερή μυλόπετρα που βρίσκεται ακριβώς κάτω της.

Η τροφοδοσία των προϊόντων γίνεται από μια ξύλινη κατασκευή, με ελεγχόμενο άνοιγμα, η οποία βρίσκεται ακριβώς πάνω από τις μυλόπετρες. Ανάλογα με το ύψος της υδατόπτωσης και την ταχύτητα που θα κινηθούν ο μυλόπετρες, σε συνδυασμό με την απόσταση που θα έχουν μεταξύ τους, έχουμε και το τελικό αποτέλεσμα της ποιότητας το αποτελέσματος.

Νερόμυλος Κέδρου

Ο νερόμυλος του Κέδρου βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, στις όχθες του Ονόχωτου ποταμού και αποτελεί ιδιοκτησία του Δήμου. Πρόκειται για επίμηκες, ισόγειο και λιθόκτιστο κτήριο ορθογωνικής κάτοψης, στο οποίο παλαιότερα στεγάζονταν και άλλες δραστηριότητες, όπως νεροτριβές και μαντάνια, που σήμερα έχουν καταστραφεί.

Διαθέτει ξύλινη δίκλινη στέγη, καλυμμένη εν μέρει με κυματοειδείς λαμαρίνες, σε αντικατάσταση των κεραμιδιών που είχε παλαιότερα. Στο εσωτερικό του μύλου σώζεται ακέραιος και σε λειτουργία ο μηχανολογικός του εξοπλισμός, ο οποίος αποτελείται από δυο ζεύγη μυλόπετρες που βρίσκονται στο μέσον περίπου της ανατολικής πλευράς, ώστε η παραγωγική δυνατότητα του μύλου να είναι διπλάσια.

Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υδροκίνητης, προβιομηχανικής εγκατάστασης, με οριζόντια φτερωτή, η λειτουργία της οποίας – όπως και στην προηγουμένη περίπτωση – βασίζεται στην ελεγχόμενη παροχή νερού, που με την πτώση του από ψηλά έθετε σε λειτουργία τους αλεστικούς μηχανισμούς.

Αποστόλης Ζώης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share