Posts Tagged ‘μαζική μετανάστευση’

Έρευνες και σειρές για τις ελληνίδες νύφες

Πριν από 50 και πλέον χρόνια, πολλές χιλιάδες ήταν οι Ελληνίδες νύφες που μετανάστευσαν στην Αυστραλία. Νέες κοπέλες που πήγαιναν στην άλλη άκρη του κόσμου για να παντρευτούν έναν άνδρα που γνώρισαν μόνο σε …φωτογραφία. Κάθε μια έχει να διηγηθεί και μια συγκλονιστική ιστορία. Σήμερα οι γυναίκες αυτές είναι γιαγιάδες. Έκαναν οικογένεια, απέκτησαν παιδιά, τα περισσότερα πετυχημένοι επιστήμονες και επιχειρηματίες και τώρα προσέχουν τα εγγόνια τους! Μόνο που η ιστορία τους – και η προσφορά τους – δεν έχει καταγραφεί συνολικά έτσι για να μείνει στην ιστορία.

Ένας ομογενής εκπαιδευτικός, που έφτασε στην Αυστραλία, πριν από 52 χρόνια, μ’ ένα γερασμένο πλοίο που μετέφερε 900 Ελληνίδες νύφες, εδώ και δυο χρόνια ξεκίνησε να συγκεντρώνει στοιχεία. Να βρει τις 900 νύφες με τις οποίες έφτασε στην Αυστραλία, να δει τι απέγιναν και να καταγράψει την ιστορία τους σε βιβλίο και σε ψηφιακό δίσκο (DVD), πιστεύοντας πως «πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που δεν έχει ειπωθεί σε όλη της την έκταση». Ήδη βρίσκεται σε καλό δρόμο. Έχει εντοπίσει αρκετές, έχει συγκεντρώσει πολύτιμο υλικό και φιλοδοξεί πως τόσο το βιβλίο όσο και το DVD θα κυκλοφορήσουν σύντομα. Πρόκειται για τον Παναγιώτη Φωτάκη, εκπαιδευτικό, που σήμερα ζει και εργάζεται στην Αδελαΐδα.

Η ιστορία του, πολύ περιληπτικά, έχει ως εξής:

Μάιος και Ιούνιος του 1957. Το πλοίο Μπεγκόνα (Begona) μεταφέρει εκατοντάδες μετανάστες στην Αυστραλία. Ανάμεσά τους και 900 νύφες. Πήγαιναν στην Αυστραλία για να παντρευτούν άνδρες, που γνώριζαν μόνο από φωτογραφίες. «Μας πήρε ένα μήνα να φθάσουμε στην Αυστραλία»  θυμάται και προσθέτει:

«Για μας το ταξίδι ήταν ευχάριστο. Μέναμε σε ωραίες καμπίνες. Δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως και για τις νύφες, αφού πολλές από αυτές ήταν κάτω από το κατάστρωμα, μέσα στη βουή και τη δυσοσμία, γεγονός που έκανε το ταξίδι τους ανυπόφορα μακρύ και όχι ακριβώς ευχάριστο, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς. Πολλές, όπως θυμάμαι τώρα, έρχονταν πάνω στο κατάστρωμα και μερικές μάλιστα κοιμόντουσαν εκεί, σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού».

Ο ίδιος πάντως, έχει ευχάριστες αναμνήσεις τις οποίες μοιράζεται μαζί μας:

«Το ότι μου έδιναν σημασία, αυτά τα υπέροχα πλάσματα, μ’ έκανε να νιώθω περίεργα. Ήταν πολλές, πάρα πολλές, όμορφες σα νεράιδες, στη μέση του πελάγους, απόμακρες αλλά και φιλικές συγχρόνως. Ρωτούσα τη μητέρα μου να μου πει «ποιες είναι, πού πάνε» και κάθε φορά μου έδινε μια διαφορετική απάντηση. Μόνο προς στο τέλος του ταξιδιού, όταν κοντεύαμε πια να φτάσουμε στην Αυστραλία, μου είπε ότι είναι «οι νύφες που παντρεύτηκαν από φωτογραφία». Αυτό κι αν με μπέρδεψε!».

Ο κ. Φωτάκης έχει μνήμες ευχάριστες, αλλά και περίεργες, με όλα αυτά που γίνονταν πάνω στο καράβι, από τη Γιορτή του Ποσειδώνα, μέχρι την τρικυμία και τα πελώρια κύματα που θαρρείς και προσπαθούσαν να καταπιούν το μεγαθήριο αυτό που τους μετέφερε στην άλλη άκρη της γης. Θυμάται ακόμα «τα φύκια που βρίσκαμε μέσα στο νερό, όταν το πόσιμο είχε τελειώσει και το θαλάσσιο ήταν το μόνο διαθέσιμο νερό».

Επιμένει όμως, στις «νύφες», λέγοντας πως «πολλές ήταν σχεδόν παιδιά, γύρω στα 17, άλλες μεγαλύτερες, ορισμένες κυκλοφορούσαν με μια φωτογραφία στο χέρι, που την έδειχναν στις άλλες ή σ’ όποιον ενδιαφερόταν να δει τον «άντρα τους». Όσο πλησιάζαμε όμως στο λιμάνι, η διάθεσή τους άλλαζε. Φαίνονταν ανήσυχες, σχεδόν φοβισμένες. Τώρα μπορώ να καταλάβω γιατί. Το άγνωστο που από απόσταση φαίνεται γοητευτικό, όταν πλησιάζει κανείς να το αγγίξει, αλλάζει μορφή, φαντάζοντας, συχνά, ακόμη και απειλητικό».

Port Melbourne ji 2
Και το πλοίο έφθασε στην Αυστραλία. Φριμάντλ, Μελβούρνη, Σίδνεϊ. Σκηνές που επαναλήφθηκαν πολλές φορές στα λιμάνια της Αυστραλίας στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Ο λόγος και πάλι στον κ. Φωτάκη:

«Μόλις έφτασε το πλοίο οι νύφες άρχισαν να βγαίνουν έξω κύματα – κύματα, ενώ όσοι περίμεναν απ’ έξω φώναζαν ονόματα γυναικεία, δυνατά, οι φωνές μπερδεύονταν, άλλες χαρούμενες κι άλλες γεμάτες αγωνία, λες και βρισκόσουν σε παζάρι, λες και εκείνη την ώρα θα διάλεγαν οι έξω ποια γυναίκα θα έπαιρναν, ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν όλα προκαθορισμένα.

Είδα ότι όσοι κρατούσαν φωτογραφίες φώναζαν πιο δυνατά, έσπρωχναν ν’ ανοίξουν δρόμο, να φτάσουν μπροστά, ενώ οι νύφες κοίταζαν ολόγυρα σαν χαμένες. Όσες έβρισκαν το ταίρι τους έφευγαν χαρούμενες, ενώ ήταν πολλές εκείνες που είχαν την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Για μένα ήταν η ώρα που περίμενα τη λύση του μυστηρίου. Αυτός ο «γάμος με φωτογραφία», που είχε πει η μητέρα μου, μεγάλωσε την απορία μου αντί να τη λύσει. Τις έβλεπα να φεύγουν ζευγαρωμένες οι πιο πολλές και – θυμάμαι – η σκέψη που με βασάνιζε ήταν αν θα τις συναντούσα ποτέ ξανά».

Ο κ. Φωτάκης πάντα ήθελε να μάθει τι απέγιναν και εδώ και δέκα χρόνια ξεκίνησε μια συστηματική έρευνα που τον οδήγησε στα ίχνη αρκετών στην Αδελαΐδα. «Ορισμένες μάλιστα τις συνάντησα και είχαμε μια γιορτή επανασύνδεσης. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, μερικές τις γνώρισα ως δάσκαλος των παιδιών και των εγγονιών τους. Μιας έχω βαφτίσει τα εγγόνια της, χωρίς καν να υποψιάζομαι ότι οι δρόμοι μας συναντήθηκαν 50 χρόνια πριν στο κατάστρωμα του BEGONA», λέει και συνεχίζει:

«Τότε τις έβλεπα σαν τις μεγάλες αδελφές μου. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν, κατά κάποιον τρόπο, οι συγγενείς που είχα χάσει. Σήμερα είναι γιαγιάδες. Μισός αιώνας είναι φυσικό να τις έχει αλλάξει. Άλλες είναι ευχαριστημένες γιατί η ζωή τους φέρθηκε καλά, ήταν γενναιόδωρη μαζί τους, κι άλλες μιλάνε για τη μαύρη ξενιτιά».

Και γιατί αυτή η έρευνά του;

«Μ’ ενδιαφέρει, αυτές οι γυναίκες που έχουν βάλει τα θεμέλια της δεύτερης και τρίτης γενιάς, που έχουν προσφέρει τόσα πολλά, τις πιο πολλές φορές αθόρυβα, χωρίς καν να έρχονται στο προσκήνιο μιας ομογένειας που ακμάζει, να μην μείνουν στην αφάνεια και κυρίως να μη χαθεί αυτός ο συνδετικός κρίκος που μας ενώνει με το παρελθόν, μ’ αυτές τις ίδιες τις ρίζες μας. Θέλω αυτό το εγχείρημα να επιτύχει γιατί αν δε γίνει κάτι τώρα που είναι ακόμη στη ζωή, οι πρωτοπόρες αυτές γυναίκες, όλες αυτές οι ιστορίες και οι πληροφορίες που έχουν οι ίδιες να μας δώσουν, μέσα από τα βιώματά τους, θα χαθούν για πάντα και οι νεότερες γενιές δεν θα μάθουν ποτέ από πού ακριβώς κρατάνε».

Η έρευνα του κ. Φωτάκη ενδεχομένως έδωσε και την ιδέα στο αυστραλιανό κρατικό κανάλι του ABC να ετοιμάσει ντοκιμαντέρ αρκετών επεισοδίων με τίτλο «Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας», και στο οποίο οι Έλληνες θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο μιας και συνέβαλαν σημαντικά στη δημιουργία και ανάπτυξη του αυστραλιανού έθνους.

Η ιδέα αυτή δεν αφορά βέβαια, μόνο τους μετανάστες, αν και αρχίζει από την εποχή της μαζικής μετανάστευσης, αλλά όλους τους κατοίκους αυτής της χώρας. «Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας » θα γραφεί από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές και στο Διαδίκτυο. Δύο περίπου σελίδες το κάθε επεισόδιο, με χίλιες λέξεις, το πολύ, το καθένα, «για να διαβάζονται», όπως θα πούνε οι εμπνευστές της ιδέας.

Από το σύνολο θα επιλεγούν οι πλέον ενδιαφέρουσες και αντιπροσωπευτικές και θα γίνει ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο θα προβληθεί το 2010 σε τέσσερα επεισόδια. Ήδη, αρκετοί ομογενείς έχουν δηλώσει συμμετοχή. Και επειδή οι εμπνευστές της ιδέας δεν ενδιαφέρονται μόνο για τα «επιτεύγματα» αλλά και τις άλλες ανθρώπινες στιγμές, τις πρώτες δυσκολίες και τον «ξεριζωμό», η έμφαση δίνεται εκεί.

Μια Ελληνίδα γράφει, για παράδειγμα, πώς έφυγε από την Ελλάδα με δώρο μια κουβέρτα που της έφτιαξε η μάνα της και για πολλά χρόνια, ακόμα και όταν παντρεύτηκε και έγινε η ίδια μητέρα και γιαγιά, τυλιγόταν με εκείνη την κουβέρτα «για να αισθανθεί το μητρικό χάδι στη ξενιτιά».

«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ»  («YIAYIA’S  STORY»)

Η ιστορία μιας από τις 901 Νύφες που έφερε το υπερωκεάνιο «Begonia» στην Αυστραλία, το 1958, θα γίνει ντοκιμαντέρ από το κρατικό κανάλι του ΑΒC για τη σειρά του, «Η Δημιουργία της Σύγχρονης Αυστραλίας». Η ιστορία, που είναι ειπωμένη από τη γιαγιά στην εγγονή, ήδη έχει καταχωρηθεί στο Διαδίκτυο του αυστραλιανού καναλιού και έχει ως εξής:

«Μαμά… Δεν θέλω να φύγω. Μην τους αφήσεις να με πάρουν… , σε παρακαλώ μαμά», ξεκινά σε δραματικό τόνο η αφήγηση.

«Φώναξα, τσίριξα κι έκλαψα, η φωνή μου όμως πνίγηκε από εκατοντάδες άλλες φωνές γυναικών που αποχαιρετούσαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Όλοι μ’ έσπρωχναν, προσπαθώντας να κάνουν χώρο στα πλευρά του πλοίου για να μπορούν οι δικοί τους να τους δουν. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, όπως έριξα την τελευταία ματιά στη μητέρα μου, αυτή την τόσο δυνατή γυναίκα, μεταμορφωμένη τώρα από τις ρυτίδες του πόνου και της απόγνωσης».

Η χρονιά ήταν το 1958 που άφηνα τις ακτές του όμορφου νησιού μου, της Σάμου της Ελλάδας. Ήμουν 26 χρόνων, πάνω στο «Begonia», «Το καράβι με τις Νύφες», μαζί με άλλες 900 νέες γυναίκες. Όλα κι όλα που είχα μαζί μου ήταν μια βαλίτσα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, μακριά από πολέμους και βάσανα.

Οι πρώτες βδομάδες, πάνω στο καράβι, ήταν εφιαλτικές. Τον περισσότερο χρόνο ήμουν κλεισμένη μέσα στην καμπίνα, που μοιραζόμουν με άλλες επτά γυναίκες και έκλαιγα. Τι έκανα; αναρωτιόμουν. Γιατί άφησα τον τόπο μου για να ζήσω σε μια ξένη γη;  Θα ξαναδώ, άραγε, τους δικούς μου ποτέ;

Kάθε βράδυ αυτά τα ερωτήματα με βασάνιζαν μέχρι που κουράζονταν τα μάτια μου, έκλειναν και τότε ονειρευόμουν τον τόπο μου».

Η διάψευση των ονείρων χιλιάδων μεταναστών διαγράφεται στη συνέχεια της αφήγησης.

«Για την Αυστραλία είχα ακούσει ότι ήταν μια πολύ όμορφη χώρα, με μεγάλα κτίρια, απέραντες καταπράσινες εκτάσεις και γραφικά ακρογιάλια. Όλοι μιλούσαν για καλές δουλειές, ήσυχες ασφαλείς γειτονιές, όπου θα μπορούσαμε να αναστήσουμε οικογένειες».

Η αφήγηση συνεχίζεται στον ίδιο τόνο:

«Κι όμως, όλα αυτά εμένα δεν με συγκινούσαν. Ήμουν πολύ νέα ακόμη κι εκείνο που ήθελα ήταν να είμαι με την οικογένειά μου στο νησί. Ακόμη κι αν το σπίτι μου το περικύκλωναν στρατιώτες, οι βόμβες κατέστρεφαν το χωριό μου στη Σάμο και το μόνο που είχαμε να φάμε ήταν χόρτα. Αυτό που είχε σημασία για μένα ήταν ότι θα ήμουν μαζί με τους δικούς μου ανθρώπους».

Ακολουθούν οι πρώτες εντυπώσεις από τη Μελβούρνη, που είναι βέβαιο ότι εκφράζουν τα συναισθήματα ενός μεγάλου αριθμού νεομεταναστών:

«Το «Begonia» άραξε στο λιμάνι της Μελβούρνης 26 Ιουνίου. Ήταν μια απαίσια μέρα που ταίριαζε απόλυτα με τα συναισθήματά μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. Δεν υπήρχε τίποτε από εκείνα που μού είχαν πει. Δεν υπήρχαν κτίρια, δεν υπήρχε πράσινο, δεν υπήρχαν βουνά. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, έτσι όπως έβλεπα αυτή την απαίσια εικόνα μπροστά μου. Αυτό που λεγόταν Πορτ Μελβούρνη (Port Melbourne). Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν όλοι αυτοί οι άντρες που ήταν μαζεμένοι εκεί, κουνούσαν τα μαντήλια τους και μας καλωσόριζαν στα ελληνικά. Ήταν νέοι άντρες που ήλπιζαν να βρουν εκεί τη σύντροφό τους».

Στη συνέχεια, μιλά για τη μοναξιά που ένιωσε, τη στερημένη ζωή που έζησε τα πρώτα χρόνια που ακούει σήμερα η εγγονή και αποδίδει θαυμάσια, στα αγγλικά.

«Μέρες και χρόνια πέρασαν γεμάτα από δουλειά και μοναξιά. Είχα πολύ λίγα χρήματα και τα αγγλικά μου ήταν φτωχά, αλλά τα κατάφερνα να συνεννοούμαι. Δούλευα ως μασινίστρια σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που ήταν σε χωματόδρομο του Ελστερνγουίκ (Elsternwick). Τα χρήματα ήταν λίγα και δεν έφταναν ούτε για τα βασικά που χρειαζόμουν να επιβιώσω. Προσπάθησα, όμως, με αιματηρές οικονομίες να βάζω μερικά στην άκρη για το μέλλον μου. Έμενα σ΄ ένα σπίτι με τρεις άλλες οικογένειες, όπου για να μαγειρέψεις έπρεπε να ρίξεις ένα νόμισμα σε μια σχισμή, το ίδιο και για να ζεστάνεις νερό. Σφιγγόταν η καρδιά μου κάθε βράδυ, όταν γύριζα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον από τη δουλειά, από την άλλη, όμως, ήμουν ευγνώμων που είχα μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου».

Το ερωτικό στοιχείο, ο γάμος, η οικογένεια, κάνουν την εμφάνισή τους στην ιστορία της σημερινής γιαγιάς, σε τόνους χαμηλούς, χωρίς έξαρση και μόνο με κάποια αδιόρατη σχεδόν υποψία συγκίνησης.

«Μερικές φορές μέσα στη βδομάδα, συναντιόμουν με κοπέλες που είχαμε έλθει μαζί με το ίδιο καράβι και, όπως μιλούσαμε ελληνικά, είχα την αίσθηση ότι ήμουν πίσω στο νησί μου, όπου ο θαλασσινός αέρας μ’ έκανε να νιώθω ανάλαφρη. Σ’ αυτούς τους κύκλους γνώρισα τον άντρα μου. Είχε κι εκείνος αφήσει τον τόπο του – το Άργος – προσπαθώντας να ξεφύγει από την πείνα του πολέμου και τις κακουχίες. Ήταν μόνο 15 χρόνων, μικρός για να πάει στον πόλεμο, γι’ αυτό και τον διέταξαν να μεταφέρει, πάνω στο άσπρο άλογό του, τους νεκρούς για να ταφούν στο χωριό.

Όταν ήλθε στην Αυστραλία, τον έστειλαν στην Μπονετζίλα (Bonegilla), ένα μεταναστευτικό κέντρο στη βόρεια Βικτώρια. Ήταν πολύ ωραίος άντρας. Ψηλός, με ωραίο παράστημα, αλλά πολύ πεισματάρης. Ήμουν τυχερή, όμως, που βρήκα έναν άντρα που μου φερόταν καλά. Η μέρα του γάμου μας δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερο. Μου έλειπε η μητέρα μου και οι δικοί μου. Αμέσως σχεδόν μετά, αγοράσαμε ένα μαγαζάκι στο Ελστερνγουίκ και το κάναμε γαλακτοζαχαροπλαστείο (Milk Bar). Mέναμε επάνω, σ’ έναν μικρό μεν, αλλά άνετο, χώρο. Εκεί απέκτησα τις δυο υπέροχες κόρες μου. Θυμάμαι πόσο έντονη ήταν η επιθυμία μου να τις βοηθήσω στη σχολική τους εργασία, όσο μπορούσα, για να αποκτήσουν την παιδεία που μου στέρησαν εμένα οι περιστάσεις όταν ήμουν μικρή».

Στη συνέχεια, μιλά για το υπέροχο σπίτι που αγόρασαν, εκεί κοντά, έπειτα από χρόνια, σκληρής δουλειάς, ένα πελώριο σπίτι με λουλούδια και λαχανόκηπο που καλλιεργούσε η ίδια.

«Το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Κάτι που ξεκίνησε στο σκοτάδι, σήμερα λάμπει», θα πει στη συνέχεια της αφήγησης, απαριθμώντας τα καλά της: «Ήλθα πριν από πενήντα χρόνια. Πού ήμουν και πού βρίσκομαι. Έχω έναν άντρα που νοιάζεται για μένα, δυο κόρες που με λατρεύουν, τέσσερα υπέροχα εγγόνια που λάμπουν σαν τα άστρα κάθε φορά που τα βλέπω, ένα άνετο σπίτι με τον δικό μου λαχανόκηπο, έχω τους φίλους μου στο ελληνικό κλαμπ που πηγαίνω κάθε Τετάρτη, τα ελληνικά κανάλια, τηλέφωνο, ένα αναπαυτικό κρεβάτι, ένα καλό φαγητό, μια τουαλέτα κανονική, χρήματα. Είμαι ευτυχισμένη», θα πει, κάνοντας φανερά μια σύγκριση με το τι είχε στο χωριό.

Εντούτοις, τη μεγάλη πληγή που φαίνεται να μην έχει επουλωθεί, θα τη δείξει, με επιφύλαξη, στο τέλος:

«Δεν είδα τη μητέρα μου ξανά. Ακόμη έχω μπροστά μου ολοζώντανη την εικόνα της, την τελευταία φορά που την αντίκρισα, μέσα από το καράβι, στο λιμάνι να με αποχαιρετά. Μού λείπει τόσο πολύ και θα μου λείπει για πάντα, μέχρι να συναντηθούμε ξανά στην άλλη ζωή».

Η προσπάθεια να μη φαίνεται, η σημερινή γιαγιά, αγνώμων στη χώρα που τη δέχτηκε 26 χρόνων κοπέλα, και που έζησε σ’ αυτήν μισό αιώνα, είναι στο τέλος της αφήγησης.

«Η Ελλάδα ήταν ο τόπος που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τώρα, όμως, τη βλέπω σαν όνειρο, σαν τον τόπο από τον οποίο, μισό αιώνα πριν, απέδρασα. Ήταν ο τόπος μου, όσο τον μοιραζόμουν με την οικογένειά μου. Τώρα δεν ζει κανείς. Η οικογένειά μου είναι εδώ και είμαι περήφανη να θεωρώ την Αυστραλία πατρίδα μου».

Αυτή είναι μια ιστορία από τις δεκάδες που θα δουν το φως του… Διαδικτύου και της κρατικής αυστραλιανής τηλεόρασης.

Σ. Χατζημανώλης

Πηγή: ΑΠΕ

helectra

Share

Advertisements