Οι Μπουάτ ήταν μικρές σαν κουτιά και σέρβιραν φτηνά ποτά σε πολύ χαμηλή τιμή (στη Ρουλότα σέρβιραν και τραχανά), με χαμηλό φωτισμό, χαμηλά καθίσματα (πάγκοι ή σκαμνάκια, συχνά φλοκάτες και μαξιλάρια στο πάτωμα), χαμηλό παρείστικο ήχο χωρίς ενισχυτές. Στους τοίχους καλλιτεχνική εικονογράφηση. Η λιτότητα σε όλο της το μεγαλείο, με μεγάλο περίσσευμα διάθεσης για συνεύρεση και τραγούδι.

Μπουάτ βέβαια σήμαινε «Πλάκα«, κάτω από την Ακρόπολη. Γιατί εκεί, στη 10ετία του 60 είχαν απαξιωθεί τα παλιά σπίτια της περιοχής, δεν μπορούσαν και να γίνουν πολυκατοικίες λόγω της Ακρόπολης και της σχετικής απαγόρευσης. Εκείνη την εποχή ο κόσμος μετανάστευε μαζικά από τις μονοκατοικίες στις πολυκατοικίες. Φτηνά νοίκια λοιπόν στις μονοκατοικίες της περιοχής της Πλάκας, επιχειρήσεις χαμηλού κόστους, πελάτες φτωχαδάκια, φτηνές τιμές. Αυτό ήταν η Μπουάτ που στέγασε το Νέο Κύμα, ένα πραγματικό φυτώριο νέων καλλιτεχνών, και χώρος προβληματισμού και διαμόρφωσης δημοκρατικών συνειδήσεων, κυριολεκτικά εξωθεσμικό, ανθρώπινο, αυθεντικό.

Το 1961 ανοίγει ο «Τιπούκειτος» σε ένα υπόγειο της οδού Νικοδήμου, ως καλλιτεχνικό καφενείο. Εκεί τραγουδούσαν με τις κιθάρες τους δυό άγνωστοι νεαροί: Ο Λάκης Παππάς πρώτα και κατόπιν ο Κώστας Χατζής.

Άλλες μπουάτ της εποχής το Στέκι του Γιάννη (Πουλόπουλος) που σέρβιρε τραχανά, η Κιβωτός του Μίνου Αργυράκη (μετέπειτα Νεφέλες) όπου πρωτοτραγούδησε η Αρλέτα, οι Εσπερίδες του Γιάννη Αργύρη, η Ρουλότα (Χατζής, Σαββόπουλος, Χωματά), το Συμπόσιο, η Καρυάτις, η Απανεμιά, το Τετράδιο, η Αυλαία, ο Σκορπιός.

Ο Δήμος Μούτσης περιέγραφε σε ένα κείμενό του την πρώτη μουσική καινοτομία που έζησε ο χώρος της Κυδαθηναίων. «Όταν πρωτοεμφανίστηκα στο τραγούδι, ήταν ακόμα η ωραία εποχή των μπουάτ. Το 1969, μαζί με τη Γαλάνη και τον Μητσιά, κάναμε την πρώτη μεγάλη αλλαγή: μέχρι τότε οι μπουάτ λειτουργούσαν με μια κιθάρα κι ένα πιάνο. Εμείς στο «Zoom» εγκαταστήσαμε μια στέρεη ορχήστρα, που έπαιζε τόσο καλά ώστε κάποιος περαστικός νόμιζε ότι άκουγε δίσκο. Ο Καρνέζης έπαιζε μπουζούκι, ο Βαρδής κιθάρα, ο Γκοβόστης ντραμς κ.ά.». Αμέσως μετά ακολούθησαν τα πλακιώτικα μπαράκια μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ’70 που εκδιώχθηκαν από εκεί τα κέντρα για να σκορπίσουν στο υπόλοιπο κέντρο της πόλης.

Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΠΟΥΑΤ

Στη «Στοά». 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη «Ρουλότα». 65-66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο Μικρούτσικο ως πιανίστα.

Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις. Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο.

Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της. Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ. Υπήρχε βέβαια ο Χατζιδάκις κι εκείνη την περίοδο κυρίως ο Θεοδωράκης. Η μουσική τους προϋπέθετε μεγάλους ποιητές, μεγάλους ερμηνευτές και μεγάλους δεξιοτέχνες στο μπουζούκι. Εμείς στις μπουάτ παίζαμε πολύ Θεοδωράκη. Και Χατζιδάκι. Αλλά μ’ έναν απλό και κάπως ερασιτεχνικό τρόπο που χαρακτηρίζει όλο το ρεπερτόριο των μπουατ. Το ήθελε η νεολαία αυτό, ήταν και η δικιά μας ανάγκη αυτή η απλότητα και η αμεσότητα.

Να μην πετάξουμε τον πυρήνα , την ουσία αυτής της αισθητικής. Σήμερα άμα έχεις να πεις κάτι δεν το απευθύνεις στον κόσμο, διότι ο κόσμος έχει γίνει ένας πολτός λόγω της τηλεόρασης. Άμα έχεις να πεις κάτι το απευθύνεις σε στέκια, παρέες, ομάδες, που υπάρχουν παντού στην πόλη η στο διαδίκτυο. Υπάρχουν αρκετά μέρη όπου δυο τρεις μουσικοί παίζουν τα τραγούδια τους, παίζουν τζαζ, αυτοσχεδιάζουν και τα λοιπά. Το Gazarte που έπαιζα πρόπερσι με το Λάντσια και τον Κιουρτσόγλου δεν ήτανε σαν μπουάτ διακτινισμένη στο σήμερα; Υπάρχουν πια αρκετοί χώροι που λειτουργούν σαν κυψέλες συγκίνησης, σαν παλιές μπουάτ. Χωρίς πανηγυρική ατμόσφαιρα έστω, αλλά πιο εσωτερικά, πιο ουσιαστικά. [Πηγή]

helectra

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s