Τα ποιήματα του έφηβου Αντώνη Σαμαράκη

Posted: 19 Δεκεμβρίου 2008 in Uncategorized

Όχι μόνο ποιητής του διηγήματος και του μυθιστορήματος ο Αντώνης Σαμαράκης-μεταφρασμένος σε 33 γλώσσες του κόσμου- αλλά και καθαυτό ποιητής. Οι εκδόσεις Καστανιώτη εξέδωσαν πρόσφατα τα ποιήματά του με σχέδια Παναγιώτη Τέτση, Αλέκου Φασιανού, Γιάννη Μπουγέα, πρόλογο και επιμέλεια Θανάση Νιάρχου.

samarakis

Ποιήματα νεανικά, γραμμένα τα περισσότερα στη δεκαετία του 30 και του 40. Γύρω στα 14 του έστειλε στο περιοδικό «Ξεκίνημα» τους στίχους του και το Μάη του 1944 η διεύθυνση του περιοδικού στη στήλη της αλληλογραφίας του απάντησε ως εξής :

«Οι στίχοι σας είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που μας είχατε ξαναστείλει. Δουλέψτε επίμονα και προσεχτικά, χωρίς να παραλείψετε να διαβάζετε πολύ. Προσέξτε να μπείτε σ’ έναν καλό δρόμο, τώρα που είσθε ακόμη τόσο νέος. Ελάτε να σας δούμε».

Ένα χρόνο πριν είχε γράψει ένα ποίημα που το μελοποίησε ο καθηγητής του της μουσικής στο Βαρβάκειο Ιωάννης Μαργαζιώτης και, όπως σημειώνει με καμάρι στη κάτω μέρος του χειρογράφου, «το τραγουδούσε η χορωδία του σχολείου».

Ξένε, τι να σου πω για την πατρίδα μου
σε κάθε της γωνιά, όπου κι αν τρέξεις
θα βρεις χιλιάδες θάματα. Και μάθε το
δεν θα ‘φταναν εκατομμύρια λέξεις
για να μπορέσω τόσες χάρες κι ομορφιές
να κάτσω και να τις ανιστορήσω
τα δάση, τις πλαγιές, τα κλεισορέματα
με λόγια δεν μπορώ να ζωγραφίσω
σε κάθε σπιθαμή θε να βρεις ξένε μου
αν σκύψεις ως της γης και μια σταγόνα
αίμα … Ποτάμι χύθηκε απ’ τις φλέβες μας
σε κάθε της πατρίδας μας αγώνα.

samarakis2

Γραφή βέβαια σχολική και άρα πρωτόλεια, που όμως δείχνει μια ευαισθησία. Με Καρυωτική λύπη το «Εις λεύκωμα κόρης»:

Δεν έπρεπε να ‘ρθεις αυτήν την ώρα
που μόλις είχα κάψει τα χαρτιά μου
κι ήταν τα χέρια μου γεμάτα στάχτες
που μόλις είχα κάψει την καρδιά μου(…)
Σε μια ζωή που κύλησε στα πάθη
το πάθος έφερες το πιο μεγάλο:
να σ ‘αγαπώ, να σ ‘αγαπώ και πάλι
να σ ‘ αγαπώ κι ύστερα τίποτ ’άλλο!
Δεν έπρεπε όλα να ‘ρθουν καθώς ήρθαν
και να’ χω πει τη σκληρή λέξη: «Φτάνει»
Δεν έπρεπε να ‘ρθεις αυτήν την ώρα
που μόλις είχα κι εγώ πεθάνει

Πολλά ποιήματά του έχουν επίκεντρο τη μορφή του Χριστού. Ένα απ ‘αυτά είναι το «Ο Χριστός αναστήθηκε στη Δραπετσώνα» γραμμένο το 1951 σε ελεύθερο στίχο:

Στα δρομάκια του συνοικισμού μας
Αναστήθηκε χτες ο Χριστός
Άξαφνα, τον είδαμε να περπατάει δίπλα μας
Παρά τρίχα να μην τον πάρουμε είδηση,
τόσο πολύ που σου έμοιαζε αδερφέ μου,
τόσο πολύ που του έμοιαζες αδερφέ μου.
Αυτός δεν συλλογίστηκε την μπόχα
Αυτός δεν συλλογίστηκε τις λάσπες, το σκουπιδαριό
Αυτός δεν συλλογίστηκε τους φαρισαίους
που θα κουτσομπολέψουν αύριο
πως βρήκε δα τόπο για ν’ αναστηθεί
μονάχα συλλογίστηκε
πως είναι καρδιές κι εδώ,
στη Δραπετσώνα μας,
πως είναι μια καρδιά η Δραπετσώνα μας ολάκερη,
μια καρδιά βασανισμένη
σαν τη δικιά του.

Τα περισσότερα είναι επηρεασμένα από τον Παλαμικό ρυθμό της εποχής με το ποίημα- τραγούδι η παιάνας:

Χρόνια και χρόνια λαχταράς
Κύπρο την ώρα της χαράς
Που κοντά μας θα σε φέρει,
φύσα λευτεριάς αγέρι
.

Όπως γράφει ο επιμελητής Θανάσης Νιάρχος, η έκδοση των ποιημάτων του Αντώνη Σαμαράκη υλοποιεί, μετά θάνατον, μια πρόθεση και επιθυμία του ίδιου του δημιουργού τους, που είχε προβεί σε μια πρώτη ταξινόμηση.
Τα ποιήματα γράφτηκαν, με το ψευδώνυμο «Ιωσήφ Κυπριανός» στα περιοδικά «Νέα Εστία», «Ακτίνες», «Ξεκίνημα».
Ο Θανάσης Νιάρχος επισημαίνει στον πρόλογό του:

«Οι ανησυχίες και τα θέματά του, τα ενδιαφέροντα και η προβληματική του, ελάχιστα διαφέρουν στην ποίηση και τη πεζογραφία του. Μπορεί ο Χριστιανός Σαμαράκης να εξελίσσεται σ ‘ένα οικουμενικού προβληματισμού πεζογράφο, μπορεί ο προστατευτικός τόνος για μια ηθική ανύψωση, που θεωρείται ευκταία, να αντικαθίσταται από την τρυφερά απαισιόδοξη ενατένιση των ανθρωπίνων, ο ήχος του εμβατηρίου να αδυνατίζει και να περισσεύει η κραυγή, τα θέματά του όμως παραμένουν συγκινητικά τα ίδια : Ο Σαμαράκης είναι ο μικρόκοσμος, η αυλή, η γειτονιά, με τα καθημερινά βάσανα και, ταυτόχρονα, ο μακρόκοσμος, με τις ανησυχίες και τα ηθικά διλήμματα, τους κλυδωνισμούς και την σκοτεινή του προοπτική».

samarakis3

Ο Αντώνης Σαμαράκης  γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά. Το υπάλληλος του υπουργείου Εργασίας, ξεχώρισε ως ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες πεζογράφους με τα έργα του «Ζητείται ελπίς» (1954), «Σήμα κινδύνου» (1959), «Αρνούμαι» (1961), «Το λάθος» (1965), «Το διαβατήριο» (1973), «Η κόντρα», (1992), «Εν ονόματι» (1998), «Αυτοβιογραφία» (2000). Πέθανε το 2003, σε ηλικία 84 ετών. Κι όσοι τον γνώρισαν από κοντά, θυμούνται ένα εφηβικό 80άρη –«Πρόεδρο της Βουλής των Εφήβων»- να σκέπτεται και να εκφράζεται εφηβικά. Όπως και στα ποιήματά του.

Κώστας Μαρδάς

Πηγή: ΑΠΕ

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.